Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Η πολυπρόσωπος Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής στο Ιερό Αγίασμα του Ιστορικού Ναού της Παναγίας Τρυπητής.

Η ζωή στο δαίδαλό της με σέρνει από τη μια στράτα

στην άλλη. Κάθε φορά με φέρνει σ’ ένα Τέρμα, απ’ όπου μονομιάς ξεπηδά μια νέα Αφετηρία απ’ την οποία απλώνεται μια νέα στράτα, κι έπειτα άλλη, κι άλλη. Και η ζωή πορεύεται…. Από Αφετηρία σε Τέρμα κι από Τέρμα σε Αφετηρία, πρόσωπα που κάποτε γνώρισα και ίσως δεν θα ξαναδώ, πόλεις στις οποίες έζησα και δεν θα ξαναεπισκεφτώ, τόποι που με φιλοξένησαν και πλέον φαντάζουν μακρινοί, στοιχίζονται στη γραμμή που σχηματίζουν τα σβηστά κεριά, που συνεχώς πληθαίνουν.
Όμως εγώ, σε αυτή την μακρόχρονη περιπλάνηση έχω στις αποσκευές μου βαθιά – πολύ βαθιά, φυλαγμένες παλιές κι ανεπανάληπτες Αγάπες, που με τον καιρό έχουν γίνει Σύμβολα, τα δικά μου Σύμβολα. Ανάμεσά τους, η Εικόνα της Παναγίας από το Αγίασμα της Τρυπητής. Στις δύσκολες ώρες Την ανασύρω κάθε φορά με τη βεβαιότητα ότι θα με οδηγήσει με ασφάλεια πίσω, στη δική μου Χαναάν, στη ζεστασιά των παιδικών μου χρόνων…..
Όταν η απόσταση μου απαγορεύει να σταθώ ενώπιόν Της, αισθάνομαι όμως την ανάγκη να συνομιλήσω με τα Πρόσωπα που απεικονίζει, Την ατενίζω στην ολοσέλιδη φωτογραφία Της στο βιβλίο «Παναγία Η Τρυπητή – Πολιούχος Αιγίου» ενώ στ’ αυτιά μου, όσο μακριά κι αν βρίσκομαι, επιστρέφει ο ψίθυρος από το μουρμουρητό των Υδάτων που ρέουν μέρα - νύχτα πλησίον Της: η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής δε νοείται αποκομμένη από το κελάρυσμα του ιερού νερού που τρέχει κάτωθέ Της, δίχως σταματημό.
Στέκομαι απέναντί Της και συνομιλώ με το πλήθος τα Ιερά Πρόσωπα που πλαισιώνει. Προσεύχομαι σε αυτήν, αποδίδοντάς Της το βαθύτερο σεβασμό μου. Την ασπάζομαι πάντοτε νοερά, από απόσταση, δίχως τα χείλη μου να Την έχουν ποτέ αγγίξει. Δεν ανήκω στους ελάχιστους τυχερούς που κατά τη διάρκεια της ζωής τους (έστω για μία φορά) την ασπάστηκαν, όπως ο μακαριστός Ευάγγελος Ταράτσας, το αγαθό εκείνο πνεύμα του Ιερού Προσκυνήματος: ο ίδιος μου είχε αφηγηθεί, πως κάποια χρονιά κατά τη δεκαετία του 1960, το Συμβούλιο του Ναού ανέσυρε την Εικόνα από την μόνιμο θέση στην οποία ευρίσκεται, με σκοπό την αντικατάσταση της ξύλινης κορνίζας την οποία είχε φθείρει η εκτεταμένη υγρασία που ποτίζει τον χώρο. Ο Ευάγγελος Ταράτσας φρόντισε να είναι παρών για να ζήσει την μοναδική, αλησμόνητη κι ανεπανάληπτη στιγμή, να χαϊδέψει με τις άκρες των δαχτύλων του την Ιερή Επιφάνεια και ν’ ακουμπήσει με τα χείλη του τις Άγιες Μορφές!
Εάν ποτέ κάποια ανάγκη το φέρει και το Αίγιο χρειαστεί να υψώσει το δικό του Λάβαρο για την προάσπιση οποιουδήποτε Ιερού Σκοπού, ιδού, το Λάβαρό μας είναι έτοιμο από καιρό και μας περιμένει: δεν έχουμε παρά να κατεβούμε στην Τρυπητή, να πάρουμε στα χέρια την Εικόνα, να την ορθώσουμε πάνω απ’ τα κεφάλια μας σαν Φάρο και σαν Οδηγό και να πορευτούμε: μπροστά η Παναγία και πίσω όλοι εμείς…

Η πολυπρόσωπος Eικόνα της Ζωοδόχου Πηγής στολίζει το Ιερό Αγίασμα του Ιστορικού Ναού της Τρυπητής από το 1938. Πρόκειται για πρωτόλειο νεανικό έργο του αγιογράφου Αθανασίου Ψαρρού ( Δερβένι Κορινθίας 1917-1974)

 


                               Ο αγιογράφος Αθανάσιος Ψαρρός.

που φιλοτέχνησε με την πνευματική και την τεχνική καθοδήγηση του πατέρα του, αγιογράφου επίσης, Ιωάννου (Δερβένι Κορινθίας 1879-1964). 

 


                 Ο αγιογράφος Ιωάννης Ψαρρός, πατέρας του Αθανασίου.


Η Εικόνα του Αγιάσματος δίδει υπόσταση στην Πηγή της Ζωής. Μεταφέρει στο σανίδι εμβληματικά τη Βλαχέραινα Οδηγήτρια Παναγία.

 


Λιθόγραφος χαρτώα παράστασις της Παναγίας ως Βλαχαίρενας Οδηγητρίας, που χρησίμευσε στους δημιουργούς της νέας Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής ως πρότυπο για την απεικόνιση της Βρεφοκρατούσης Εστεμμένης Θεοτόκου, στο άνω τμήμα του έργου.

Απαθανατίζει πανοραμικά τον πλέον αγιασμένο και πάνσεπτο τόπο της πόλεώς μας, την Τρυπητή, με χρώματα που ξεπήδησαν από παλέτα με τόνους απαλούς.
Εκτός από την πρόσοψη του Ιερού Ναού, στην Εικόνα έχουν επιπλέον ζωγραφιστεί η μαρμάρινη Κρήνη του Αγιάσματος, ο Περίβολος με τον Κυπαρισσώνα και του «Μοίραλη τ’ Απήδημα» (το μέρος όπου σύμφωνα με την Παράδοση οι Βοστιτσάνοι τοποθέτησαν τη Θαυματουργό Εικόνα την επαύριο της Ευρέσεώς Της).
Η Εικόνα φιλοτεχνήθηκε το 1938, όταν το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ναού της Τρυπητής έλαβε την πρωτοβουλία να αντικαταστήσει παλαιότερη Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής 

 

Η παλαιά Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, έργο του Δημητρίου Φανέλλη. Από το 1870 αδιαλείπτως ευρίσκετο τοποθετημένη επί της μαρμάρινης Κρήνης στο Αγίασμα έως το 1938, έτος κατά το οποίο αντικαταστάθηκε από την καινούργια. Η Εικόνα εξακολουθεί να ευρίσκεται στην Τρυπητή.

που από το 1870 αδιαλείπτως ευρίσκετο τοποθετημένη επί της μαρμάρινης Κρήνης στο Αγίασμα, στο ίδιο σημείο στο οποίο τοποθετήθηκε η καινούργια. Η παλαιά Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, έργο του Δημητρίου Κωνστ. Φανέλλη (Αίγιον 1851-12 Νοεμβρίου 1925) εξακολουθεί να ευρίσκεται στην Τρυπητή.
Η φιλοτέχνηση της νέας Εικόνος υπαγορεύτηκε από τον παλμό της καρδιάς των Αιγιωτών, τον οποίο κανοναρχούσε την εποχή εκείνη ο ενθουσιασμός που είχε προκαλέσει η Υπογραφή του Βασιλικού Διατάγματος της 8ης Μαΐου 1937, δια του οποίου καθιερωνόταν η Παναγία Τρυπητή ως Πολιούχος της πόλεώς μας και επίσης, διακανονιζόταν ο Εορτασμός της χαρμοσύνου ημέρας κατά την οποία εφεξής, θα ελάμβανε χώρα η «επίσημος θρησκευτική Τελετή». Από τη χρονιά εκείνη και εντεύθεν, η Τέλεσις της Ιεράς Πανηγύρεως την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδος προσέλαβε ιδιαιτέρα λαμπρότητα, κατέστη Προσκλητήριο Σεπτό προς κάθε συμπολίτη προσωπικά, τον οποίο και καλούσε να λάβει την Λαμπάδα της Αναστάσεως ανά χείρας, να σπεύσει για να προσκυνήσει τη Χάρη Της και την επαύριο, να βγει στους δρόμους της Αγοράς για να δεχτεί την Ευλογία Της κατά την Ιερά Λιτάνευση. Η φιλοτέχνηση της Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής στο Αγίασμα έδωσε μορφή στο όραμα της δημιουργικής εμπνεύσεως που είχε συνεπάρει τότε όσους είχαν αναλάβει την φροντίδα της Τρυπητής, απετέλεσε την έκφραση της έγνοιας τους για το «Σπίτι της Παναγίας» αλλά και της αγάπης τους για την πόλη και την προβολή της. Είχαν άραγε οι μακαριστοί συνειδητοποιήσει, πως με την πρωτοβουλία τους δημιούργησαν ένα νέο Εικονογραφικό Τύπο απεικονίσεως της Ζωοδόχου Πηγής που επιχωριάζει μόνο στο Αίγιο ενώ ταυτοχρόνως προσέφεραν στην πόλη μας ένα κορυφαίο Σύμβολο;
Η νέα Εικόνα φιλοτεχνήθηκε με την Ευλογία του πολυθρυλήτου και ηρωϊκού Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Θεοκλήτου του Παναγιωτοπούλου (Δημητσάνα 1890 – Αθήνα 8 Ιανουαρίου 1962) μετέπειτα Πατρών και αργότερα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ο οποίος Ποίμανε την Ιερά μας Μητρόπολη από το 1931 έως το 1944. 

 


Ο μακαριστός Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κυρός Θεόκλητος ο Παναγιωτόπουλος ανέρχεται την μνημειακή πετρόκτιστο εξωτερική σκάλα της Τρυπητής για να χοροστατήσει στον Εσπερινό, κατά την Ιερά Πανήγυρη του έτους 1937. Επι της Ποιμαντορίας του φιλοτεχνήθηκε η νέα Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής στο Αγίασμα.

Κατά τις ημέρες της Ποιμαντορίας του μακαριστού εκείνου Μητροπολίτου, κάθε νέα Εικόνα της οποίας η φιλοτέχνηση είχε μόλις ολοκληρωθεί, οδηγείτο στον Ναό προορισμού Της μόνον εάν ο ίδιος (ο οποίος υπήρξε βαθύς γνώστης της Εκκλησιαστικής Τέχνης του Τόπου μας) ενέκρινε την επάρκεια της καλλιτεχνικής Της ποιότητος, επισφραγίζοντας την απόφασή του δια της υπογραφής του την οποία συνόδευε με την λέξη «Εγκρίνεται», που απαθανάτιζε με μελάνι στο κατώτερο τμήμα της επιφανείας κάθε έργου.
Παραλήπτης της εντολής για τη φιλοτέχνηση της Εικόνος υπήρξε ο Δερβενιώτης αγιογράφος, ιεροψάλτης και καθηγητής των Καλλιτεχνικών Μαθημάτων στη Μέση Εκπαίδευση Ιωάννης Ψαρρός, ο οποίος για δεκαέξι συνεχή χρόνια και έως τις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έζησε με την οικογένειά του στο Αίγιον, διορισμένος στο Γυμνάσιο της πόλεως. Από την άφιξή του στον τόπο μας τον Μάρτιο του 1924 έως την αναχώρησή του, ο Ιωάννης Ψαρρός διακόνησε με το μέλλος της γλυκόφθογκης φωνής του την Παναγία από το Ιερό Αναλόγιο της Τρυπητής αδιαλείπτως, αρχικά ως Πρωτοψάλτης του Ναού και μετά τον Απρίλιο του 1930, ως Λαμπαδάριος. Η συνεχής πνευματική επαφή που διατήρησε όλα αυτά τα χρόνια με το Ιερό Προσκύνημα, κατέστησε το πρόσωπό του σεβαστό και ιδιαιτέρως αγαπητό στο περιβάλλον των διακονούντων κατά την εποχή εκείνη το Ιερό Προσκύνημα, όπως στον Πρωτοπρεσβύτερο Αναστάσιο Σπυρόπουλο (Μαμουσιά 1871–Αίγιο 4 Οκτωβρίου 1940) που διετέλεσε εφημέριος στο Ναό από τις 13 Ιουνίου 1931 έως την ημέρα του αιφνιδίου θανάτου του. Στην Τρυπητή ο Ψαρρός επιπλέον, συνέψαλε με «θρύλους» της Αιγιώτικης ψαλτικής Τέχνης. Ανάμεσά τους, ο Δημήτριος Μαυρόπουλος (Κωνσταντινούπολη 1892 – Αίγιο 1η Μαρτίου 1976) ο γλυκύτατος εκείνος άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την προπολεμική Τρυπητή και που το εκκλησίασμα της Παραλίας τον αποκαλούσε χαϊδευτικά «κυρ Δημητρό». Ο Δημήτριος Μαυρόπουλος προσέφερε την φωνή του στην Παναγία ως Πρωτοψάλτης από τον Σεπτέμβριο του 1927 έως την Κυριακή 14 Οκτωβρίου 1934, ημέρα κατά την οποία παρέδωσε τα ψαλτικά σκήπτρα στον διάδοχό του Γεώργιο Κηπουργό ενώ ο ίδιος στη συνέχεια, ανηφόρισε για το Ναό των Εισοδίων. Στην αδιάλειπτη πνευματική επαφή του Ιωάννου Ψαρρού με το Ιερό Προσκύνημα οφείλεται η προτίμηση για την ανάθεση στον δικό του χρωστήρα της φιλοτεχνήσεως της νέας Εικόνος κι όχι στο χρωστήρα των υπολοίπων σημαντικών και πολύπειρων αγιογράφων που εισέτι δραστηριοποιούντο στην πόλη μας κατά την εποχή εκείνη.
Την ημέρα που ο Ιωάννης Ψαρρός έλαβε την εντολή να ζωγραφίσει την καινούργια Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, σκιτσάρισε επί τόπου στους χώρους της Τρυπητής εκ του φυσικού σειρά τεσσάρων μικρού σχήματος σχεδίων (τα οποία έχουν διασωθεί και θα παρουσιάσουμε και σχολιάσουμε σε προσεχή κείμενά μας) που χρησίμευσαν κατόπιν στο εργαστήριό του ως πολύτιμα βοηθήματα κατά την αγιογράφηση του έργου. Στα σκαριφήματα εκείνα βασίστηκε ο καλλιτέχνης για την πιστή μεταφορά στο σανίδι της μαρμάρινης Κρήνης που απεικονίζεται στο μέσον αλλά και του κατάφυτου τοπίου που περιβάλλει το Προσκύνημα, το οποίο αποτυπώνεται στο δεύτερο πλάνο της Εικόνος, άνω αριστερά. Για την εξωτερική όψη του Ναού που εμφανίζεται στην άνω δεξιά πλευρά του έργου, ο καλλιτέχνης δεν μπήκε στον κόπο να κρατήσει σημειώσεις φιλοτεχνώντας εκ του φυσικού κάποιο σκίτσο που θα του χρησίμευε στο εργαστήριο ως βοήθημα, παρά αντέγραψε όσο πιο πιστά μπορούσε την πρόσοψη της Τρυπητής από Επιστολικό Δελτάριο του 1930 

 


Επιχρωματισμένο Επιστολικό Δελτάριο των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Έκδοσις του έτους 1930, με Τίτλους στην ελληνική και γαλλική γλώσσα. Χρησίμευσε για την απεικόνιση της προσόψεως του Ναού της Τρυπητής, στο άνω δεξιό τμήμα της νέας Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής.

 

ενώ για τις Ιερές Μορφές που δορυφορούν την μαρμάρινη Κρήνη στο μέσον της συνθέσεως και τους ασθενείς στο πρώτο πλάνο του έργου, ο Ψαρρός χρησιμοποίησε ως πρότυπο δύο λιθόγραφες χαρτώες απεικονίσεις 

 


Λιθόγραφος χαρτώα απεικόνισις της Ζωοδόχου Πηγής με προέλευση το Άγιον Όρος. Αποθησαυρίζεται στα κατάλοιπα του αγιογραφικού εργαστηρίου που διατηρούσε η οικογένεια Ψαρρού στο Δερβένι. Χρησίμευσε ως πρότυπο για την απεικόνιση των Μορφών που περιβάλλουν την Ιερά Κρήνη, στο μέσον της συνθέσεως της νέας Εικόνος.

 


Ένα ακόμη χαρτώο λιθόγραφο με Παράσταση της Ζωοδόχου Πηγής από το εργαστήριο των Ψαρρών, που χρησίμευσε στους δύο καλλιτέχνες για την φιλοτέχνηση των ασθενών που απεικονίζονται σε κατάκλιση, στο πρώτο πλάνο της Εικόνος

 

τις οποίες είχε φέρει μαζί του (όπως και πολλές άλλες) κατά την επιστροφή του το 1906 από το Άγιον Όρος μετά το πέρας της μαθητείας του στα εκεί Αγιογραφικά Εργαστήρια, όπου παρέμεινε για ένα περίπου έτος.
Ο Ιωάννης Ψαρρός, αν και επιμελήθηκε ο ίδιος τη δομή και την ανάπτυξη που θα έπρεπε να έχει η σύνθεση της νέας Εικόνος, εμπιστεύτηκε τη ζωγραφική Της εκτέλεση στον πρωτόλειο χρωστήρα του υιού του Αθανασίου, μαθητευόμενου αγιογράφου κατά την εποχή εκείνη στο πατρικό εργαστήριο, ο οποίος βρισκόταν τότε στην τρυφερή κι ονειροπόλο ηλικία των είκοσι μόλις χρόνων. Ο Αθανάσιος (που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε παραγωγικότατο αγιογράφο τον οποίο χαρακτήριζε η τελειότητα στην τεχνική απόδοση κάθε έργου με καθολική αφοσίωση - κατά τα πατρικά πρότυπα - στην Αναγεννησιακή Τεχνοτροπία) όταν φιλοτεχνούσε την Ιερά αυτή Σύνθεση, είχε άραγε συνειδητοποιήσει πως η Εικόνα αυτή, η οποία κατά πάσα πιθανότητα ήταν και η πρώτη που εκτελούσε, έμελλε να είναι η πλέον σημαντική καθ’ όλη τη μακρά διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας;
Η Εικόνα φιλοτεχνήθηκε από τον Αθανάσιο και τον Ιωάννη Ψαρρό στην οικία στην οποία είχε εγκατασταθεί με ενοίκιο η οικογένεια τα δεκαέξι χρόνια που έζησε στο Αίγιο. 

 


Η διώροφος οικία στην δυτική γωνία που σχηματίζουν οι οδοί Βασιλέως Κωνσταντίνου και Δήμητρας, στην οποία φιλοτεχνήθηκε το 1938 η Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής από τον Ιωάννη και τον Αθανάσιο Ψαρρό.

Είναι διώροφος και σώζεται ακέραιη αλλά παραλλαγμένη. Βρίσκεται στην δυτική γωνία που σχηματίζουν οι οδοί Βασιλέως Κωνσταντίνου και Δήμητρας. Η οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου στο ύψος αυτό φέρει τον αριθμό 112, ενώ η Δήμητρας, τον αριθμό 8. Ιδιοκτήτης του σπιτιού κατά την εποχή εκείνη ήταν ο Φίλιππος Σουλόπουλος, κτηματίας, άνθρωπος ευλαβής και φιλακόλουθος, ενορίτης του Ιερού Ναού των Ταξιαρχών Αιγίου, ο οποίος κατοικούσε με την οκταμελή οικογένειά του στο ισόγειο του σπιτιού. Η επταμελής οικογένεια του Ιωάννου Ψαρρού διέμενε στον άνω όροφο της οικίας. Τα χρόνια εκείνα απαρτίζετο από τρία συνεχόμενα δωμάτια τοποθετημένα στην δυτική πλευρά και έναν κοινόχρηστο, καθιστικό χώρο. Ο Ιωάννης είχε μετατρέψει το νοτιοδυτικό γωνιακό δωμάτιο σε εργαστήριο, στο οποίο, εκτός από τις Εικόνες που φιλοτέχνησε, μετέδωσε και τα πρώτα μαθήματα της Αγιογραφικής Τέχνης στον πρεσβύτερο των υιών του Σπυρίδωνα (1912–1984) όπως και στον Αθανάσιο. Στον αγιασμένο εκείνο χώρο, τον ποτισμένο από την βαριά, μεθυστική μυρωδιά του νεφτιού, του λινελαίου και του ελαιοχρώματος και με την υπέροχη θέα στα απέναντι περιβόλια, τον δασωμένο τότε Κολοκοτρώνη, το Πυργάκι και τη Φτέρη με τα έλατά της στο βάθος, έλαβε μορφή η νέα Ιερά Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, με τον Αθανάσιο καθήμενο μπροστά στο καβαλέτο και τον πατέρα του όρθιο δίπλα του, να τον επιβλέπει και να τον καθοδηγεί.
Στα χρόνια που κύλησαν από την ημέρα που η νέα Εικόνα τοποθετήθηκε στο Αγίασμα, θα περίμενε κανείς να έχουν δημιουργηθεί αντίγραφα του έργου με σκοπό, η «Αιγιώτισσα» Ζωοδόχος Πηγή να προσκυνάται, πέραν της Τρυπητής και σε άλλους Ναούς της πόλεως και της περιοχής μας. Ωστόσο, αντίγραφα δεν έγιναν κι επιπλέον, η Εικόνα ξεχάστηκε σύντομα. Ο Πόλεμος του ’40 και ο αλληλοσπαραγμός που τον ακολούθησε, απομάκρυναν κάθε σκέψη (εάν υπήρχε) για τη δημιουργία αντιγράφων Εικόνων οι οποίες θα μιμούντο αυτήν του Αγιάσματος. Αλλά και στις δεκαετίες που διαδέχτηκαν τις μέρες της οργής και της καταστροφής που σπάραξε τον τόπο, δε βρέθηκε χρωστήρας αγιογράφου για να αντιγράψει την Εικόνα, ούτε εδόθη ποτέ ανάλογη εντολή στους καλλιτέχνες που δραστηριοποιούντο στην πόλη κατά τα χρόνια εκείνα. Κανείς από αυτούς δεν ανέπτυξε τον τρίποδά του στον χώρο μπροστά από το Αγίασμα, κανείς τους δεν τοποθέτησε μουσαμά ή σανίδι πάνω του, κανείς τους δε βούτηξε πινέλο στο χρώμα για να μιμηθεί τις απαλές αποχρώσεις του έργου. Με εξαίρεση τον παλαιό αγιογράφο της πόλεώς μας Κωνσταντίνο Ανδρεάδη (1912–1994) ο οποίος, εμπνεόμενος από την Εικόνα του Αγιάσματος, απέδωσε με το δικό του στυλ σε φορητή Εικόνα της Παναγίας που φιλοτέχνησε το 1976 την πρόσοψη του Ναού, τον Περίβολο, τον Κυπαρισσώνα και την μνημειακή πετρόκτιστο κλίμακα που συνδέει την εκκλησία με τον δημόσιο δρόμο. Το έργο αυτό του Ανδρεάδου, μια μεγάλων διαστάσεων (100Χ180 περίπου εκατοστών) ελαιογραφία σε χάρμπορντ (το είδος του ξύλου στο οποίο αγαπούσε να ζωγραφίζει ο μακαρίτης καλλιτέχνης) βρίσκεται κι αυτό στην Τρυπητή, αναρτημένο στην κορυφή της μαρμάρινης εσωτερικής σκάλας στα δεξιά, απέναντι από το σημείο όπου παλαιότερα βρισκόταν το Επιτροπικό Παγκάρι.

 


Φορητή Εικών με την ολόσωμο Μορφή της Βρεφοκρατούσης Θεοτόκου ως «Η Κυρία η Τρουπητή», κορυφαίο έργο του παλαιού αγιογράφου του Αιγίου Κωνσταντίνου Ανδρεάδου, αναρτημένο στην δυτική μετώπη του πεσσού που ευρίσκεται στον άνω, Κυρίως Ναό της Τρυπητής, στην είσοδο του Ιερού Σπηλαίου. Είναι εμφανέστατη η επιρροή που δέχτηκε ο μακαρίτης καλλιτέχνης από την Εικόνα του Αγιάσματος όταν φιλοτεχνούσε τα επι μέρους θέματα στο φόντο, στα οποία κυριαρχεί η νεοκλασική πρόσοψις του Ναού.

Παρά το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης «ξεσήκωσε» την πρόσοψη του Ναού από γνωστή τουριστική κάρτα που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, το έργο του αντικατοπτρίζει την επιρροή που άσκησε στην έμπνευσή του η Εικόνα του Αγιάσματος. Ο Ανδρεάδης μιμείται την Εικόνα των Ψαρρών με σεβασμό στο πρωτότυπο, μεταφέροντας στο δικό του έργο την Πνοή Της με ανανεωμένη διάθεση, φρέσκια κι ελεύθερη, χρησιμοποιώντας χρώματα ιμπρεσιονιστικά που ξεπήδησαν από παλέτα με αποχρώσεις δυνατές και ζωντανές, τις οποίες θα συναντούσαμε μόνο σ’ ένα ολάνθιστο ανοιξιάτικο περιβόλι. Όταν ολοκλήρωσε την Εικόνα ο ζωγράφος, Την ενεπίγραψε ως: «Η Κυρία η Τρουπητή», κατά το πρότυπο της επιγραφής που φέρει η Ιερά και Πανσέβαστος Θαυματουργός εφέστιος Εικών. Η φιλοτέχνηση της Εικόνος αυτής προσέφερε στον μακαριστό Κωνσταντίνο Ανδρεάδη τη σπάνια ευκαιρία να ξεδιπλώσει με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο το ταλέντο του και να αναδείξει τις ικανότητες που διέθετε, εκτός από το πεδίο της παραδοσιακής αγιογραφίας και στο πεδίο της ελεύθερης ζωγραφικής.

Αίγιον, Δεκέμβριος 2017
Σπυρίδων Κρητικός, ζωγράφος

Top