Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Ιερό Αγίασμα της Τρυπητής: από το έτος 1870 και την φιλοτέχνηση της Παλαιάς Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής, στα 1938 και στην φιλοτέχνηση της Νέας

Ο παραλληλισμός του Ιερού Αγιάσματος της Τρυπητής με τη Φοντάνα Ντι Τρέβι

(την φημισμένη κρήνη στη Ρώμη) που γινόταν σε δημοσίευση η οποία μέχρι προσφάτως παρέμενε αναρτημένη στο Διαδύκτιο υπο τον τίτλο: «Το Συντριβάνι των Ευχών», υπήρξε ασεβής και αλόγιστος. Η εξομοίωση που επιχειρήθηκε των λόγων που ωθούν τους Προσκυνητάς να ρίπτουν κέρματα εντός των Υδάτων και της συνηθείας των τουριστών να πράττουν κάτι ανάλογο στη Ρώμη, ήταν ατυχέστατος και αστόχαστος. Η Φοντάνα Ντι Τρέβι αποτελεί προορισμό περιηγητών και μάλιστα ερωτευμένων και όχι προορισμό Προσκυνητών. Τα κέρματα που ρίπτονται στα νερά εκεί, συνοδεύονται από γέλια, γλυκερές φωτογραφήσεις και τις ανάλαφρες ευχές, ο έρως να παραμείνει ζωντανός, τα ζευγάρια να ξαναβρεθούν στην Αιώνια Πόλη, να ξαναρίξουν κέρματα και να φωτογραφηθούν εκ νέου. Οι τουρίστες μπροστά από τη Φοντάνα στη Ρώμη δεν κάνουν το Σταυρό τους, δεν προσεύχονται, δεν βρέχουν τα δάχτυλα και το μέτωπό τους ούτε γεμίζουν κάποιο φιαλίδιο με το νερό της πηγής για να το πάρουν ως ευλογία στο σπίτι τους. Το Ιερό Αγίασμα της Τρυπητής αντίθετα, βρίσκεται σε χώρο Προσευχής. Η ρίψη ενός κέρματος, συνοδεύεται πολλές φορές από τα δάκρυα της ικεσίας που προκαλεί η αγωνία για την έκβαση μιας δύσκολης χειρουργικής επεμβάσεως, από τα δάκρυα του πόνου που προξενεί η προσδοκία της ιάσεως μιας σοβαρής ασθενείας ή τα δάκρυα της ευγνομωσύνης προς την Παναγία, για τις Ευεργεσίες Της.
Ενώ η επιγραφή στην πρόσοψη της Φοντάνα της Ρώμης απαθανατίζει με τον πλέον μεγαλόστομο τρόπο την χρονολογία της δημιουργίας, τον αρχιτέκτονα που εμπνεύστηκε και υλοποίησε ή τον Πάπα που ευλόγησε την κατασκευή του γιγάντιου αυτού γλυπτού, αντίθετα, το Ιερό Αγίασμα της Τρυπητής, κατά την Ορθόδοξο Παράδοση, δε βροντοφωνάζει ονόματα Αγιογράφων ή γλυπτών, χρονολογίες κατασκευής, ονόματα Δωρητών που χορήγησαν ή Επισκόπων που παρείχαν την Ευλογία τους για τη δημιουργία της ιεράς αυτής σκηνογραφίας. Μια επιγραφή (κι αυτή λειψή) με γράμματα πεζά, που τυχαία διασώθηκε στο γείσο μιας Εικόνος, αυτής της Ζωοδόχου Πηγής του Δημητρίου Φανέλλη, έρχεται να επιβεβαιώσει πως το Ιερό Αγιάσμα έλαβε τη σημερινή του μορφή ταυτοχρόνως προς την ριζική Ανακαίνιση του συνόλου της Εκκλησίας, κατά τη δεκαετία του 1870.

Η Παλαιά Εικών της Ζωοδόχου Πηγής από τον Αγιογράφο Δημήτριο Φανέλλη

 

 

δημιουργήθηκε με σκοπό την ιστόρηση του Ιερού Αγιάσματος μετά την διαμόρφωσή Του, κατά την ριζική Ανακαίνιση του Ναού στα 1870. Την βεβαιότητα πως η Εικόνα αυτή παρέμεινε στην Ιερά Κόγχη συνεχώς έως το 1938, οπότε αντικαταστάθηκε από την Εικόνα που ατενίζουμε στο ίδιο σημείο σήμερα

 

 

 

έρχεται επιπροσθέτως να προσφέρει το σχέδιο το οποίο δημοσιεύουμε.

 

 

Πρόκειται για το πρώτο, σειράς οκτώ προπαρασκευαστικών σχεδίων μικρού σχήματος, με δημιουργούς τους Αγιογράφους Ιωάννη Ψαρρό και τον υιό του Αθανάσιο. Τα σχέδια αυτά χρησίμευσαν στους δύο καλλιτέχνες ως οδηγός για την φιλοτέχνηση της Νέας Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής. Τρία εξ’ αυτών φιλοτεχνήθηκαν από τον πατέρα εκ του φυσικού στους εσωτερικούς και στους περιβάλλοντες εξωτερικούς χώρους της Τρυπητής κατά την διάρκεια της ιδίας ημέρας και έξι, από τον γιό στο εργαστήριο κατά το επόμενο διάστημα ως σπουδή, για την φιλοτέχνηση της Εικόνος. Εάν τα σχέδια του σχεδόν εικοσάχρονου κατά την εποχή Αθανασίου προξενούν την συμπάθειά μας, ως οι πρωτόλειες απόπειρες ενός μαθητευόμενου Αγιογράφου, τα σχέδια του εμπειρότατου πατέρα του που χαρακτηρίζονται από δεξιοτεχνική αρτιότητα, προξενούν τον θαυμασμό μας. Τα σχήματά τους σήμερα διακρίνονται με δυσκολία επειδή έχουν αποδοθεί από τον ζωγράφο με απαλή, αχνή και διόλου έντονη γραφή σε κοινό χαρτί, το οποίο μετά την παρέλευση ογδόντα σχεδόν χρόνων από την δημιουργία τους, έχει καταπονηθεί από την φυσική φθορά.
Τα σχέδια αυτά είναι ιδιαιτέρως σημαντικά, καθότι μας αποκαλύπτουν τα δύο διαδοχικά στάδια που μετήλθε η μορφή της συνθέσεως της Νέας Εικόνος, από την αρχική διατύπωση, έως την τελική διαμόρφωσή Της. Στα τρία αυτά σχέδια έχουν καταγραφεί επιπλέον τα γνωρίσματα τα οποία θα έπρεπε να ενσωματωθούν στην Ιερά Παράσταση, ώστε η Νέα Ζωοδόχος Πηγή να απεικονισθεί συμφώνως προς την Ορθόδοξο Εικονογραφική Παράδοση, να εμπλουτισθεί όμως με τα ανάλογα στοιχεία που θα προσέδιδαν στην Εικόνα χαρακτήρα τοπικό, καθιστώντας την Μορφή της Βρεφοκρατούσης Θεοτόκου, μία «Αιγιώτισσα» Παναγιά.
Τα βήματα που συντελέστηκαν, προκειμένου η Παναγία απο Εξωκκλήσιο στην άλλοτε εξοχική Παραλία της πόλεως να αναδειχθεί σε «Πανελλήνιο Θρησκευτικό Προσκύνημα», αποκαλύπτουν τη δημιουργική σχέση που είχαν με το Μνημείο όσα πρόσωπα ήσαν αφοσιωμένα στην φροντίδα του ξεχωριστού αυτού Ναού. Οι πρωτοβουλίες τους δεν είχαν ως στόχο μόνο την προβολή της Τρυπητής, ως το σπανίας ομορφιάς Θρησκευτικό Μνημείο του Τόπου μας αλλά και την προβολή του Αιγίου. Η φιλοτέχνησις στα 1938 της Νέας Εικόνος με προορισμό το Ιερό Αγίασμα, αποτελεί την ύψιστη έκφραση του σεβασμού των προσώπων εκείνων προς την Παναγία και της αγάπης τους για την πόλη μας.
Η προσεκτική παρατήρηση του σχεδίου του πατέρα Ψαρρού, πλάθει στο νου μας αλληλουχία ποικίλων στιγμιότυπων που στην φαντασία μας παίρνουν ζωή, ξεδιπλώνονται κινηματογραφικά και μας μεταφέρουν νοερώς στα 1938 και στην διάρκεια της ημέρας εκείνης, στην οποία οι εκπρόσωποι της Τοπικής μας Εκκλησίας και της Τρυπητής άδραξαν την ευκαιρία που τους προσέφερε ο ενθουσιασμός της εμπνεύσεώς τους, καλώντας κοντά τους τον Αγιογράφο Ιωάννη Ψαρρό. Ο καλλιτέχνης, ο οποίος ήταν ήδη γνωστός στο περιβάλλον της Τρυπητής εφόσον είχε θέσει στην υπηρεσία της Παναγίας για όσο διάστημα παρέμεινε με την οικογένειά του στο Αίγιον το αγιογραφικό του τάλαντο και την ψαλτική του δεξιότητα, πήρε μαζί του το νεότερο από τους δύο γιούς του, τον Αθανάσιο (ήταν αυτός, που έμελλε να ζωγραφίσει την Εικόνα) και ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά τους. Μπροστά από τον χώρο του Αγιάσματος, που τότε ακόμη φιλοξενούσε την Παλαιά Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, οι άνθρωποι της Εκκλησίας εμπιστεύτηκαν στον καλλιτέχνη την υλοποίηση της εμπνεύσεως που τους διακατείχε: την δημιουργία μιας νέας Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής, που θα αντικαθιστούσε στο Αγίασμα Εκείνη του Φανέλλη, στην οποία την Μητέρα του Θεού θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν όσο το δυνατόν περισσότερα τοπικά, αιγιώτικα γνωρίσματα. Του ανέθεσαν με άλλα λόγια, όπως μόλις προηγουμένως αναφέραμε, την δημιουργία μιας «Αιγιώτισσας» Ζωοδόχου Πηγής!
Η παρατήρηση του σχεδίου μάς προξενεί μια τόσο ζωντανή ψευδαίσθηση, που μας κάνει να αισθανόμαστε πως ήμασταν και εμείς παρόντες στην συγκέντρωση εκείνη μπροστά από το Αγίασμα, και πως αφουγκραστήκαμε τον πυρετό του διαλόγου του ζωγράφου με τους κληρικούς και τους λαϊκούς εργάτες της Ιεράς Μητροπόλεως και του Ναού. Φανταζόμαστε εκεί παρόντες, τον Μακαριστό Μητροπολίτη Θεόκλητο να συνοδεύεται από τα δύο πλέον αγαπημένα του και έμπιστα πρόσωπα (λαϊκούς ακόμη την εποχή εκείνη) τον Γραμματέα του Νικόλαο Ντρέκη και τον Οικονόμο του Αντώνιο Παπαζαφείρη. Στον ίδιο χωρο παρόντες και οι διακονούντες την Τρυπητή, από τον Πρωθιερέα Αναστάσιο Σπυρόπουλο και τους Συνεφημερίους του Γεννάδιο Παπαδιαμαντόπουλο, Αγαθόδωρο Παρασκευόπουλο και Δαμασκηνό Γεωργίου. Από μία συγκέντρωση σαν εκείνη, θα μπορούσαν άραγε να λείπουν οι δύο Χοράσχες του Ναού, ο Πρωτοψάλτης Χαράλαμπος Μπακόπουλος και ο Λαμπαδάριος Θεόδωρος (ο γνωστός σε όλους και ως «Θεοδωράκης») Αργυριάδης; Στην φαντασία μας αντηχεί ο οίστρος, η πνοή και η διέγερσή τους, που σαν μέθη ηλέκτρισε την δημιουργικότητα του Ιωάννου, ο οποίος έσπευσε να καταστρώσει επί τόπου με συνοπτικότητα, γρηγοράδα και ένταση σε ένα τόσο δα μικρό φαιό χαρτάκι (διαστάσεων μόλις 18Χ17,5 εκατοστών) την πρωταρχική ιδέα της συνθέσεως της Νέας Εικόνος.
Το σχέδιο αποδίδει ζωντανά τον πυρετό της εμπνεύσεως των προσώπων της Ιεράς Μητροπόλεως και της Τρυπητής, και όσα αυτοί ζήτησαν πρωταρχικώς από το ζωγράφο: την πιστή μεταφορά στο νέο έργο του κεντρικού θέματος της Παλαιάς Εικόνος (την Θεοτόκο, την Ιερά Κρήνη και τους ασθενείς), την αντικατάσταση όμως των δευτερευόντων θεμάτων που εμφανίζονται στο φόντο (του τοπίου και των Σεβιζόντων Αγγέλων που ίπτανται επι των νεφών) με την απεικόνιση στη Νέα, του Περιβόλου και του Κυπαρισσώνα, της τσιμεντένιας φιδωτής σκάλας που οδηγεί στου «Μοίραλη το Πήδημα» και της προσόψεως του Ναού της Τρυπητής, τα στοιχεία δηλαδή εκείνα τα οποία θα προσέδιδον στην Ιερά Παράσταση χαρακτήρα τοπικό. Ο ζωγράφος μετέφερε στο σχέδιό του με μονοκονδυλιά και με ματιά φευγαλέα το περίγραμμα της Βρεφοκρατούσης μορφής της Παναγίας και της Κρήνης, όπως τα έβλεπε στην Εικόνα του Φανέλλη.
Το κατ’ εξοχήν όμως στοιχείο που συμπεριέλαβε στο σκίτσο του ο Ψαρρός το οποίο πιστοποιεί πως ο καλλιτέχνης είχε μπροστά του και αντέγραφε την Εικόνα του Φανέλλη και όχι κάποιαν άλλη, είναι ο αριστερός από τους δύο πλαγίους κρουνούς που φέρει η Κρήνη στην Εικόνα, τον οποίο αποτύπωσε ο ζωγράφος στο σκαρίφημά του με μία και μόνον κονδυλιά. Οι δύο αυτοί κρουνοί, που ακολουθούν παράλληλο πορεία με την κλίση που φέρει η τετράλοβος φιάλη, ξεκινούν από την βάση της και καταλήγουν στο ύψος των χειλέων της, όπου δύο ανθρωπόμορφες κεφαλές εκχέουν από το ανοικτό τους στόμα Ιερόν Ύδωρ. Οι κρουνοί ως συμπλήρωμα της διακοσμήσεως της φιάλης της Κρήνης, σπανίως εμφανίζονται σε Εικόνες της Ζωοδόχου Πηγής. Δεν παραλείπονται ωστόσο από καμία ανεξαιρέτως Εικόνα με το ίδιο θέμα του Δημητρίου Φανέλλη, όπως και από πολλές Εικόνες των περισσοτέρων ομοτέχνων του, διότι οσάκις οι παλαιοί εκείνοι Αγιογράφοι του Αιγίου επρόκειτο να εικονογραφήσουν ανάλογο Ιερά Παράσταση, ανέτρεχον συνήθως στην αριστουργηματική Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής του επίσης Αγιογράφου, πατέρα του Δημητρίου, Κωνσταντίνου Φανέλλη (;1806 – Αίγιον 1874), η οποία τους χρησίμευε ως πρότυπο. Η Εικόνα αυτή, φιλοτεχνημένη για το Ιερό Παρεκκλήσιο του Αγίου Μελετίου της πόλεώς μας, εμπεριέχει το στοιχείο των κρουνών.

 


Με τις απεικονίσεις εκατόν δέκα Ιερών Μορφών που φέρει η πολυπρόσωπος Φορητή Εικών της Ζωοδόχου Πηγής (ελαιογραφία σε ξύλο διαστάσεων 82Χ57 εκατοστών), αντιπροσωπεύει ίσως το πλέον φιλόδοξο έργο του Κωνσταντίνου Φανέλλη. Φιλοτεχνήθηκε από τον σπουδαίο Αγιογράφο το 1842, κατόπιν παραγγελίας που του εδόθη από τον φίλο και γείτονά του Μελέτιο Ξυγκάκη, κτήτορα και αρχικό ιδιοκτήτη του Ιερού ιδιωτικού Παρεκκλησίου του Αγίου Μελετίου, για το οποίο ο Δωρητής προόρισε την Εικόνα. Έως τον Σεισμό της 15ης Ιουνίου 1995 το έργο παρέμενε αναρτημένο στον βόρειο τοίχο του Παρεκκλησίου, πλησίον του Τέμπλου. Μετά την κατακρήμνιση του πετροκεράμινου εκείνου Ναού από τον καταστροφικό σεισμό, το έργο (όπως και τα υπόλοιπα Ιερά ζωγραφικά και λοιπά Κειμήλια που περιείχε) ανασύρθηκε και φυλάχθηκε από τις τότε ιδιοκτήτριες Λουκία και Θεώνη Τσατσώνη – Ξυγκάκη. Για τους περισσοτέρους των Αγιογράφων του Τόπου μας η Εικών εκείνη λειτούργησε ως υπόδειγμα, όταν καθ’ εις εξ’ αυτών επιχειρούσε την φιλοτέχνηση αναλόγου Ιεράς Παραστάσεως με την απεικόνιση της Ζωοδόχου Πηγής. Η φωτογραφία που δημοσιεύουμε ελήφθη από την 323 σελίδα του βιβλίου: Ο ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΑΝΕΛΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ – ΜΕΛΕΤΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ, που απετέλεσε την εναίσιμο επί διδακτορία διατριβή του Ιωάννου Β. Φριλίγκου, σε Έκδοση της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών του έτους 2005.


Ο Ιωάννης Ψαρρός ολοκλήρωσε το σχέδιό του με την αναγραφή των λέξεων: «ασθενείς» στο κάτω τμήμα του σκίτσου, «τοπίον / τα σκαλιά» στο μέσον αριστερά (κάτω από τις δύο αυτές λέξεις σκιτσάρισε την τοποθεσία Του Μοίραλη το Πήδημα και την σκάλα που οδηγεί στην οδό Αγίου Ανδρέου) και «εκκλησία» στο μέσον του σχεδίου δεξιά (κάτω από τη λέξη διακρίνεται το περίγραμμα του όγκου του κτηρίου του Ναού και ο υπερκείμενος βράχος).
Ένα επιπλέον γνώρισμα του σκίτσου το οποίο μαρτυρά πως ο καλλιτέχνης όταν δημιουργούσε το σκαρίφημά του βρισκόταν μπροστά από το Ιερό Αγίασμα και ατένιζε την Παλαιά Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, αποτελεί το γεγονός πως με την ολοκλήρωσή του, ενέγραψε την όλη σύνθεση σε πλαίσιο καθέτου ορθογωνίου σχήματος το οποίο απολήγει σε ημικύκλιο, μετέφερε δηλαδή στο σχέδιό του το περίγραμμα του σχήματος της Κόγχης του Ιερού Αγιάσματος, το οποίο είχε προ οφθαλμών.

Αίγιον, Ιανουάριος 2018
Σπυρίδων Κρητικός, ζωγράφος

Top