Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Ιστορικός Ιερός Ναός της Παναγίας Τρυπητής. Η ανάδειξις της μαρμαρογλύπτου Κρήνης του Ιερού Αγιάσματος ως κεντρικό θέμα της συνθέσεως της Νέας Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής

Τα βήματα που από παιδιά μας έφερναν κι εξακολουθούν να μας φέρνουν στον Ιστορικό Ναό

της Τρυπητής, ως ικέτες στη λύπη και ως ευγνώμονες στη χαρά, συμπληρώνουν κάθε φορά νέες σελίδες στο Ημερολόγιο του σιωπηλού διαλόγου της Προσευχής μας με την Παναγία. 

Κάποτε, ήταν οι γονείς μας που μας μάθαιναν το δρόμο που οδηγεί στην Χάρη Της, μας συνόδευαν μέχρι την Εικόνα Της και μας δίδασκαν το διάλογο της Προσευχής μας μαζί Της. Σήμερα, είμαστε εμείς που οδηγούμε τους βλαστούς μας μπροστά στο κράσπεδο του Ιερού Της Θρόνου και τους παρακολουθούμε με καμάρι να εγγράφουν με τη σειρά τους στο δικό τους Ημερολόγιο, τους προσωπικούς τους διαλόγους Προσευχής.
Ξεφυλλίζοντας προς τα πίσω το δικό μου Ημερολόγιο, φτάνω στις πρώτες του σελίδες και στην άσβεστη εντύπωση που προξενούσε στο παιδικό μου μυαλό κάθε χρόνο την παραμονή της Πανηγύρεως, την Πέμπτη της Διακαινησίμου το βραδάκι στον Μεγάλο Αρχιερατικό Εσπερινό, η εικόνα του πλήθους των συμπολιτών μας που σχημάτιζαν ουρές περιμένοντας με υπομονή, με την Λαμπάδα της Αναστάσεως στα χέρια, να βρεθούν για μια στιγμή κοντά Της, να ανάψουν την Λαμπάδα, να Την προσφέρουν και στη συνέχεια να προσκυνήσουν, ψελλίζοντας μια σύντομο ικεσία. Τους θυμάμαι, στριμωγμένους στην εσωτερική σκάλα που ανεβάζει από το Αγίασμα στον όροφο και στον Κυρίως Ναό. Κι εγώ, ανάμεσα στα δικά μου πρόσωπα που με συνόδευαν, χάζευα στους τοίχους ολόγυρα την ζωγραφιστή απομίμηση των νερών του μαρμάρου στο χρώμα της ώχρας, μέχρι που το επόμενο βήμα θα μας έφερνε στο παραπάνω σκαλοπάτι.
Την αγαπούμε αυτή την εσωτερική σκάλα της Τρυπητής, πρωτίστως, γιατί μας οδηγεί στον Ιερό Της Θρόνο και στην Θαυματουργό Εικόνα. Συνηθίσαμε να την ανεβαίνουμε απ’ όταν τα παπούτσια μας είχαν μέγεθος μικρό. Αγαπάμε την ξύλινη κουπαστή της, τα μαρμάρινα σκαλοπάτια της. Τα σκαλοπάτια, που στις άκρες είναι στρογγυλεμένα από τα αναρίθμητα υποδήματα που επί εκατόν πενήντα και πλέον χρόνια τα πάτησαν και εξακολουθούν να τα πατούν, προκειμένου χιλιάδες οι ευλαβείς Προσκυνητές απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος, απ’ όλα τα μέρη του Κόσμου, να κλίνουν το γόνυ στη Μητέρα του Θεού …..

Όταν το 1938 ανετέθη στον Αγιογράφο Ιωάννη Ψαρρό η φιλοτέχνησις της Νέας Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής,

 

ο ίδιος δημιούργησε εκ του φυσικού στον εσωτερικό χώρο του Προνάου και στους περιβάλλοντες εξωτερικούς χώρους της Τρυπητής τρία προπαρασκευαστικά σχέδια, με σκοπό να χρησιμεύσουν ως οδηγός στον υιό του Αθανάσιο στο εργαστήριο, κατά την φιλοτέχνηση της Εικόνος. Στο προηγούμενο κείμενό μας δημοσιεύσαμε το πρώτο εκ των σχεδίων αυτών. 

 

 

 

Το σκίτσο αυτό, όπως είδαμε, αποκαλύπτει τις πρώτες σκέψεις που είχαν επικρατήσει σχετικώς με την διάρθρωση της συνθέσεως της Νέας Εικόνος. Κατά τις αρχικές εκείνες προθέσεις, προβλέπετο η αντιγραφή του κορμού της συνθέσεως της Παλαιάς Εικόνος (που περιλαμβάνει την Βρεφοκρατούσα Παναγία, την Κρήνη και τους ασθενείς) και η αυτούσιος μεταφορά του στη Νέα. Το δεύτερο όμως σκίτσο του Ιωάννου Ψαρρού το οποίο δημοσιεύουμε σήμερα,

 

 

 

αποκαλύπτει πως στην πορεία οι αρχικές προθέσεις διαφοροποιήθηκαν, και πως συμφώνως με τις νέες που επεκράτησαν, ως κεντρικό θέμα της συνθέσεως της Νέας Εικόνος οφείλετο να αναδειχθεί η μαρμαρόγλυπτος Κρήνη του Ιερού Αγιάσματος. Κατόπιν της τελικής αποφάσεως, ο Ιωάννης έσπευσε να αποτυπώσει σε αυτό το δεύτερο σχέδιό του τα χαρακτηριστικά της Κρήνης.
Η συνοπτική σχεδιαστική αποτύπωσις της Κρήνης με μολύβι σε χαρτί μικρού σχήματος, διαστάσεων μόλις 24Χ17 εκατοστών, φέρει τα χαρακτηριστικά σκαριφήματος δημιουργημένου σε ελάχιστο χρόνο με σβελτάδα, με την διεισδυτική όμως ματιά, την γνώση και την δεξιοτεχνία ζωγράφου πολύπειρου. Ο Ιωάννης Ψαρρός αποτύπωσε στο σχέδιό του την Κρήνη με ευκρίνεια, πιέζοντας την γραφίδα του στο χαρτί με περισσότερη ένταση απ’ ότι έκαμε στα δύο άλλα προπαρασκευαστικά σχέδια, τα οποία παραμένουν αχνά και άτονα. Το γεγονός αυτό φανερώνει πως το θέμα της Κρήνης, ως το κεντρικό της νέας συνθέσεως, είλκυσε περισσότερο την προσοχή του ζωγράφου.
Αν και συνοπτικό το σχέδιο της Κρήνης, δεν παύει να είναι επιμελημένο και λεπτομερές. Αφότου κατέστη σαφές στον Ιωάννη πως η Ιερά Κρήνη επρόκειτο να αποτελέσει πρωτεύον στοιχείο της Νέας Εικόνος, ο Αγιογράφος στην προσπάθειά του να μεταφέρει στο εργαστήριο όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες που αφορούσαν τα πλαστικά γνωρίσματα του μαρμαρόγλυπτου, δεν επαναπαύτηκε μόνο στον προσεκτικό σχεδιασμό του, στην σωστή μεταφορά στο χαρτί των αναλογιών, των προοπτικών φυγών και των αξόνων τους αλλά επιπλέον προχώρησε και στην αναγραφή των διαστάσεών του κατά το ύψος, το πλάτος και το βάθος, τις οποίες μάλιστα συνόδευσε με γραπτές επεξηγήσεις, παρατείνοντας την παρατήρησή του επι του γλυπτού ώστε να αποτυπώσει με διεξοδικότητα τα επι μέρους γνωρίσματά του. Οργάνωσε το σχέδιό του ωσάν να ήταν γλύπτης και όχι ζωγράφος ή ωσάν να επρόκειτο να αναπαράγει το ομοίωμα της Κρήνης στο χώρο, στις τρείς διαστάσεις, και όχι στην επίπεδη επιφάνεια μιας Εικόνος. Με τις γραμμές, τους αριθμούς και τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο Ψαρρός, δεν φιλοτέχνησε απλώς το σχέδιο της Ιεράς Κρήνης, προχώρησε στην χαρτογράφησή Της.
Πίσω από την σχολαστική φροντίδα του καλλιτέχνη να ενσωματώσει στο σχέδιό του όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες που θα χρησίμευαν στον ίδιο για να καθοδηγήσει το χέρι του Αθανασίου όταν ο νεαρός γιός του θα καταπιανόταν με το τελικό στάδιο της αγιογραφήσεως της Εικόνος, βρίσκεται (ας το αναφέρουμε και πάλι) η εντολή που του εδόθη, κατά την οποία το πανσέβαστο και καθαγιασμένο μαρμάρινο γλυπτό της Κρήνης του Αγιάσματος θα έπρεπε να κατέχει στο νέο έργο θέση πρωταγωνιστική, προβαλλόμενο στο μέσον της συνθέσεως, σε μέγεθος μεγάλο.
Ο Ιωάννης Ψαρρός δεν θα μπορούσε να μην συμπεριλάβει στο σχέδιο που φιλοτέχνησε τα ημιανάγλυφα κοσμήματα που ποικίλουν την Κρήνη, τα οποία συγκεντρώνονται στην φιάλη και στην κυβόσχημο βάση που την στηρίζει. Ο ζωγράφος επέλεξε να απεικονίσει, από την φιάλη, την εγχάρακτο επιγραφή: «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ» που διατρέχει το περίγραμμα των χειλέων της και τις κεφαλές των Αγγέλων που προβάλλονται στο μέσον κάθε λοβού και από την βάση, απεικόνισε το αρχαιοελληνικής προελεύσεως διακοσμητικό μοτίβο γνωστό ως «τα αυγά και οι δεκάρες», το φυτικό ανάπτυγμα της άκανθας και τους καθέτους γεισίποδες στις ακμές. Το μοτίβο της άκανθας προσδίδει στην βάση εικόνα τέτοια, ώστε να δημιουργείται η εντύπωσις πως πρόκειται για κορινθιακό κιονόκρανο.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε στο σχέδιό του ερριμμένες σκιές για να αναδείξει τον διαφορετικό βαθμό της αναγλυφότητος κάθε κοσμήματος και ταυτοχρόνως, για να προσδιορίσει τον όγκο κάθε μέλους εκ των τεσσάρων που συναπαρτίζουν το σύμπλεγμα, δηλαδή της φιάλης, της βάσεώς της και του κύβου στον οποίο στηρίζονται, καθώς και της δεξαμενής στην οποία εισρέει το Αγιασμένο Νερό. Ο Ιωάννης Ψαρρός απεικόνισε τις ερριμμένες σκιές με πλάγιες παράλληλες γραμμές λεπτές στα φωτεινά σημεία και φαρδιές στα σκιερά, που έχουν φορά από τα δεξιά προς τα αριστερά.
Στα αποθησαυρίσματα που είχαν εναπομείνει στο αγιογραφικό εργαστήριο του Ιωάννου Ψαρρού εντός της οικίας του στο Δερβένι Κορινθίας, συγκαταλέγετο και το ανθίβολο που δημοσιεύουμε, το οποίο χρησίμευσε κατά την φιλοτέχνηση της Νέας Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής για την απεικόνιση του κεφαλής του Αγγέλου που προβάλλεται στην κατ’ ενώπιον μετόπη της φιάλης της Κρήνης. Πρόκειται για μολύβι σε χαρτί φαιού χρώματος, διαστάσεων 13Χ19 εκατοστών, φιλοτεχνημένο από το χέρι του Αθανασίου Ψαρρού. 

 


Σε παλαιότερες εποχές η προσαρμογή του αρχικού σχεδίου ενός εικονογραφικού θέματος στην επιφάνεια μιας υπό φιλοτέχνησιν Εικόνος, υλοποιείτο με την χρήση ανθιβόλων. Ανθίβολο, ονομάζεται το χαρτί εκείνο στο οποίο έχει σχεδιαστεί με μονοκονδυλιά (με μία μόνη γραμμή, δίχως σκιά) το περίγραμμα του θέματος που προβλέπετο να μεταφερθεί σε Εικόνα είτε φορητή είτε επιτοίχιο, η φιλοτέχνησις της οποίας ευρίσκετο σε εξέλιξη. Μετά την ολοκλήρωση του σχεδιασμού, ανοίγοντο στο χαρτί οπές με την χρήση βελόνας, κατανεμημένες διαδοχικώς σε ίσες περίπου αποστάσεις, οι οποίες ακολουθούσαν την διαδρομή του πλέγματος των γραμμών του σχεδίου. Κατόπιν, αφού το διάτρητο ανθίβολο προσαρμοζόταν στην Εικόνα ώστε να παραμένει σταθερό, η πρόσθια επιφάνειά του πασπαλιζόταν με σκούρο χρώμα σε μορφή σκόνης (συνήθως όμπρα, ουλτραμαρίνη ή μαύρο). Η σκόνη περνούσε από το άνοιγμα των οπών και επικάθητο επί της Εικόνος. Όταν στην συνέχεια το ανθίβολο απομακρυνόταν, στην επιφάνεια της Εικόνος είχαν εναπομείνει τα ίχνη από την σκόνη του χρώματος που είχε διεισδύσει από το άνοιγμα των οπών, δίδοντας μορφή στο αρχικό σχέδιο, το οποίο συνιστούσε την βάση για την περαιτέρω πορεία της φιλοτεχνήσεως της Εικόνος.
Στο ανθίβολο με το πρόσωπο του Αγγέλου που δημοσιεύουμε, τα ίχνη της σκόνης που εναπέμειναν καθιστούν εμφανές, πως χρησιμοποιήθηκε όμπρα.

Αίγιον, Ιανουάριος 2018
Σπυρίδων Κρητικός, ζωγράφος

Top