Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Λιθόγραφες χαρτώες Εικόνες Ένας επιπλέον εικονογραφικός πλούτος που στολίζει τους Ιερούς μας Ναούς

Ο Ιωάννης Ψαρρός κατά την επιστροφή του το 1907 στην γενέτειρά του το Δερβένι

Κορινθίας από τις Σκήτες του Αγίου Όρους μετά την ολοκλήρωση διετούς κύκλου Σπουδών στην Ιερά Τέχνη της Εικονογραφήσεως, είχε συμπεριλάβει στις καλλιτεχνικές του αποσκευές πλήθος χάρτινων λιθόγραφων Εικόνων, που στο βάθος του χρόνου ανεδείχθησαν, τόσο στον ίδιο όσο και στους δύο γιούς του, σε θησαυρό πολύτιμο, σε ισόβιο οδηγό και βοήθημα για τα έργα που φιλοτέχνησαν κατά την διάρκεια του βίου τους. Oι παλαιοί Αγιογράφοι εξ’ άλλου, διατηρούσαν στο εργαστήριό τους χάρτινες Εικόνες με απεικονίσεις Ιερών Παραστάσεων και Αγίων, τις οποίες συμβουλεύοντο και αντέγραφαν. 

Με αφορμή τις τρείς χαρτώες Εικόνες τις οποίες παρουσιάσαμε στο προηγούμενο κείμενό μας, θα παρεκκλίνουμε από την ροή της αφηγήσεώς μας που αφορά την δημιουργία της Νέας Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής στο Αγίασμα της Τρυπητής, προκειμένου να σχολιάσουμε την εσφαλμένη εκτίμηση που τρέφει ο περισσότερος κόσμος για την καλλιτεχνική αξία των χάρτινων Εικόνων, που ταυτοχρόνως προσδιορίζει και την οικονομική τους αξία. Σε όλους τους Ιερούς μας Ναούς και ιδιαιτέρως στα Εξωκκλήσια, διατηρούνται ποικίλου μεγέθους χαρτώες Εικόνες, με τις οποίες είμεθα όλοι εξοικειωμένοι. Σήμερα, ελάχιστες από αυτές εξακολουθούν να ευρίσκονται αναρτημένες στους κυρίως χώρους των Ναών. Οι περισσότερες είτε έχουν καταστραφεί είτε έχουν αποθηκευτεί απαξιωμένες σε δευτερεύοντες χώρους. Όλες είναι πλαισιωμένες με κορνίζες εποχής. Οι χάρτινες αυτές Εικόνες επαναλαμβάνουν γνωστότατους Εικονογραφικούς Τύπους Δεσποτικών και Θεομητορικών Εορτών καθώς και Μορφές Αγίων, στο Κλασικό και Αναγεννησιακό πάντοτε στυλ. Αποτελούν συνήθως την προσωπική Δωρεά ευλαβών Ενοριτών προς τον εκάστοτε Ναό.
Στην εποχή μας οι Εικόνες αυτές δεν τυγχάνουν εκτιμήσεως, καθότι θεωρούνται συλλήβδην κατώτερες, ως «χάρτινες» και ως «φωτογραφίες» και κυρίως, επειδή δεν αποτελούν το προϊόν της ζωγραφικής φιλοτεχνήσεως Αγιογράφου τινός. Θα πρέπει ωστόσο να γίνει διάκρισις ανάμεσα στην κειμηλιακή αξία που έχουν οι παλαιότερες εξ’ αυτών, λόγω των χειροποίητων παραδοσιακών τεχνικών με τις οποίες δημιουργήθηκαν και στις σύγχρονες, που αναπαράγονται σε απεριόριστο αριθμό με μεθόδους φωτογραφικές ή με μεθόδους ηλεκτρονικής επεξεργασίας στον Υπολογιστή. Οι παλαιότερες είναι λιθόγραφες, εκτυπωμένες στην πλειονότητά τους με την μέθοδο της τετραχρωμίας σε λίθινες ή μεταλλικές πλάκες και επεξεργασμένες με τις τεχνικές της οξυγραφίας σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, με μεθόδους δηλαδή που ανήκουν στην Χαρακτική Τέχνη. Αυτός είναι ο λόγος ο οποίος τις καθιστά σχεδόν ισότιμες των έργων της Τέχνης αυτής. Η χαρακτηριστική, περιορισμένη χρωματική τους γκάμα οφείλεται στα τέσσερα μόνο μελάνια που χρησιμοποιούντο κατά την εκτύπωση, η επίστρωσις των οποίων γινόταν από το πιο ανοιχτό χρώμα προς το πιο σκούρο, με την εξής διαδοχή: κατά πρώτον εκτυπώνετο το μελάνι με το κίτρινο χρώμα, έπειτα το κόκκινο, κατόπιν το μπλε και τέλος το μαύρο. Η τοποθέτησις δύο ή τριών διαφορετικών χρωμάτων το ένα πάνω στο άλλο, δημιουργούσε τα ημιτόνια και τις ποικίλες αποχρώσεις, όπως για παράδειγμα, η σύμπτωσις του κίτρινου μελανιού με το κόκκινο δημιουργούσε το πορτοκαλί χρώμα, η σύμπτωσις του μπλε με το κίτρινο το πράσινο χρώμα, το κίτρινο με το κόκκινο και το μαύρο, το καφέ κλπ. Πέραν αυτών τούτων των παραδοσιακών τεχνικών που αφορούν στην εκτύπωση των χάρτινων Εικόνων, την αξία τους προσδιορίζει επιπλέον ο περιορισμένος αριθμός αντιτύπων στα οποία έχουν κατ’ ανάγκην παραχθεί, λόγω της φθοράς που υφίσταντο οι λίθινες ή οι μεταλλικές πλάκες κατά την διαδικασία της παραγωγής.
Η εκτύπωσις Εικόνων με την λιθογραφική μέθοδο επινοήθηκε στην Δύση στα μέσα περίπου του 19ου αιώνος, όπου και συνεχίστηκε έως και μετά τα μέσα του 20ου. Η εκτύπωσίς Τους γινόταν αποκλειστικώς σε χώρες της Ευρώπης, όπως στην Γερμανία, την Γαλλία ή την Ιταλία αλλά και στην Ρωσία. Όσες λιθόγραφες Εικόνες της εποχής εκείνης διασώζονται σήμερα στον τόπο μας σε Ιερούς Ναούς και Εξωκκλήσια, έχουν όλες εισαχθεί από την Εσπερία είτε από την Ρωσία ή από τις γείτονες προς εμάς σλαβόφωνες χώρες, καθότι στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα δεν υπήρχε η τεχνική και εργαστηριακή υποστήριξις για ανάλογο εκτύπωση.



Ανάλογο περίπτωση αποτελεί η Εικών του Αγίου Γεωργίου ως Εφίππου Δρακοντοκτόνου που δημοσιεύουμε, αντιπροσωπευτικό δείγμα χάρτινης λιθόγραφης Εικόνος των μέσων του 19ου αιώνος, που εκτυπώθηκε μάλλον στην Ρωσία και στην συνέχεια εισήχθη στην χώρα μας.
Τα διακριτά γνωρίσματα της ποιότητός τους αλλά και οι επιγραφές που φέρουν οι οποίες είναι ξενόγλωσσες, κυρίως στην ρωσική, μας δίδουν την δυνατότητα να ταυτοποιήσουμε τις Εικόνες αυτές. Ένα επιπλέον στοιχείο το οποίο διαφοροποιεί όσες Εικόνες έχουν εισαχθεί από εκείνες που παρήχθησαν τα νεότερα χρόνια στην χώρα μας, είναι τα Δυτικά, τα Λατινικά στοιχεία που φέρουν, τόσο σε ότι αφορά στους Εικονογραφικούς Τύπους (όπως, για παράδειγμα «Η Στέψις της Θεοτόκου», «Η Άμωμος Σύλληψις» ή η Παναγία ως «Misericordia») όσο και στην Αμφίεση των Αγίων (όπως στην Αμφίεση των Επισκόπων, όπου στις δυτικότροπες Εικόνες στην θέση του Ορθοδόξου Αρχιερατικού Σάκου, του Ωμοφορίου, της Ποιμαντορικής Ράβδου ή της Μίτρας, παρατηρούμε Άμφια τα οποία φέρουν οι Επίσκοποι της Καθολικής Εκκλησίας).

 



Στην Εικόνα του Ευλογούντα Ιησού Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως, που παρ’ όλο του ότι έχει εκτυπωθεί σε κάποια σλαβόφωνο, Ορθοδόξου Δόγματος χώρα ή στην Ρωσία, ο Κύριος φέρει ως εξωτερική Αμφίεση αντί Σάκου, Φελόνιο δυτικού τύπου με άνοιγμα στο μέσον, πεποικιλμένο με πλουσιότατη φυτική διακόσμηση πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια, όπως ακριβώς αναπαριστάται σε παλαιές ιταλικές και φλαμανδικές εικόνες και πίνακες της δυτικής ζωγραφικής κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα και την Πρώιμο Αναγέννηση.

 



Μία επίσης δυτική επιρροή παρατηρείται στο Μαφόριο με το οποίο εικονογραφείται πάντοτε η Θεοτόκος. Μαφόριο ονομάζεται το εξωτερικό ιμάτιο της Παναγίας. Ετυμολογείται από τις λέξεις αίμα και φέρω, γι’ αυτό αποδίδεται σε χρωματισμό απαραιτήτως βαθύ πορφυρό που συμβολίζει το Αίμα του Κυρίου. Φέρει επίσης τρείς αστερίσκους στο ύψος του μετώπου και των ώμων, ως σύμβολο της Παρθενίας Της. Το Μαφόριο διαφοροποιείται στις Εικόνες Δυτικής προελεύσεως στις οποίες εμφανίζεται ανοιχτό στο ύψος του λαιμού και του στήθους, επιτρέποντας να φανεί ο μπλε χιτώνας τον οποίο πάντοτε φέρει στις Εικόνες εσωτερικώς η Παναγία. Αντιθέτως, στις Βυζαντινές και Μεταβυζαντινές Εικόνες της Ορθοδόξου Ανατολικής Παραδόσεως το εξωτερικό ένδυμα της Παναγίας που απεικονίζεται πάντοτε αυστηρώς διπλωμένο και κλειστό, καλύπτει καθ’ ολοκληρίαν το εσωτερικό ένδυμά Της.
Σε Ιερούς Ναούς ανά τον ελλαδικό χώρο, εναπομένουν διάσπαρτες λιθόγραφες παλαιές Εικόνες οι οποίες, επειδή απεικονίζουν ή επειδή θεωρήθηκε ότι τυχόν απεικονίζουν Αγίους της Καθολικής Εκκλησίας, έχουν υποστεί επεξεργασία με σκοπό οι Ιερές Μορφές που εμφανίζουν να μετασχηματιστούν καταλλήλως, ώστε να ενταχθούν στο Ορθόδοξο Ανατολικό Εορτολόγιο.

 

 

 

Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Εικών της Αγίας Απολλωνίας της Παρθένου, Προστάτιδος των Οδοντιάτρων, η οποία, επειδή πιθανότατα θεωρήθηκε ως Αγία της Καθολικής Εκκλησίας, μετασχηματίστηκε σε Αγία Κυριακή. Η Εικόνα ανήκει στην Συλλογή Εκκλησιαστικών Κειμηλίων του Ιερού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του γειτονικού μας ημιορεινού χωριού Μαμουσιά. Ο μετασχηματισμός Της συντελέστηκε με την επικάλυψή Της με ψευδαργυρό Πάμφυλλο από λεπτή μεταλλική εμπίεστο, κατά τόπους επιχρυσωμένη μεμβράνη. Η απομάκρυνσις της μεμβράνης προκειμένου να υλοποιηθούν εργασίες Συντηρήσεως, απεκάλυψε την λιθόγραφο Εικόνα και τις πρόχειρες και βεβιασμένες επεμβάσεις που έχει υποστεί, οι οποίες ήταν εμφανέστατες: πριν διενεργηθεί η τοποθέτησις του Παμφύλλου επί της Εικόνος, το όργανο του Μαρτυρίου της Αγίας (η Τανάλια που συγκρατεί τον Ιερό Οδόντα Της) είχε επικαλυφθεί με μαύρο χρώμα.
Ο Εκδοτικός Οίκος Εκκλησιαστικών Ειδών του Αντωνίου Απέργη με έδρα την Αθήνα, υπήρξε η πρώτη στο είδος της εμπορική επιχείρησις η οποία επιδόθηκε στις αρχές του 20ου αιώνος στην εκτύπωση αναλόγων Εικόνων, εφοδιασμένη με τον δικό της εξοπλισμό. Ο Οίκος αυτός διατήρησε μάλιστα την καλή συνήθεια να αναγράφει είτε στην έμπροσθεν είτε στην όπισθεν όψη κάθε Εικόνος την ημερομηνία και την χρονολογία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η εκάστοτε εκτύπωσις.

 



Η Εικών του Αγίου Γεωργίου του εξ Ιωαννίνων (ευγενής παραχώρησις φιλακολούθου σεβαστής κυρίας της πόλεώς μας ειδικώς για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου) ανήκει σε παλαιότερη εκτύπωση του Οίκου, στην οποία οι πληροφορίες έχουν αποδοθεί στην έμπροσθεν όψη στο λευκό περιθώριο που διατρέχει τις τέσσερις πλευρές του περιγράμματος της Παραστάσεως. Στις πληροφορίες αυτές, δεν αναφέρονται μόνο η ημερομηνία και η χρονολογία της εκτυπώσεως της Εικόνος (30 Δεκεμβρίου 1938) αλλά και η τότε διεύθυνσις του Οίκου στην Αθήνα, στην οδό Ερμού 61Α.

 



Αντιθέτως προς την ανωτέρω Εικόνα του Αγίου Γεωργίου, στην Εικόνα της Θεοτόκου ως «Η Παναγία του Πάθους» που ανήκει και αυτή στην Συλλογή των Εκκλησιαστικών Κειμηλίων του Ιερού Ενοριακού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του χωρίου Μαμουσιά Αιγιαλείας (πρόκειται για την Eικόνα που προβάλλεται στην αρχή του παρόντος άρθρου) οι πληροφορίες που δίδονται για την ημερομηνία και την χρονολογία της εκδόσεως, την τότε διεύθυνση του Οίκου αλλά επιπλέον και τις διαστάσεις της Εικόνος, έχουν απαθανατιστεί στην όπισθεν όψη.

 



Η εμφάνισις του ίχνους της φιγούρας του Αγίου Γεωργίου του εξ’ Ιωαννίνων με την μορφή αντεστραμμένου ειδώλου στην όπισθεν όψη της Εικόνος, μας προσφέρει την δυνατότητα να προσεγγίσουμε ένα επιπλέον γνώρισμα των αυθεντικών λιθόγραφων Εικόνων, που πιστοποιεί επιπροσθέτως την γνησιότητά τους. Πρόκειται για αυτό τούτο το ομοίωμα κάθε Παραστάσεως που παρατηρούμε να εμφανίζεται στην όπισθεν όψη σε αντεστραμμένη διάταξη από εκείνη στην έμπροσθεν, γεγονός το οποίο οφείλεται στην φύση του χαρτιού που χρησιμοποιείτο κατά την εκτύπωση, το οποίο, μαλακό και πορώδες, είχε την ιδιότητα να απορροφά σε βάθος τα μελάνια, ποσότητες των οποίων αποτυπώνονταν στην επιφάνεια της όπισθεν όψεως κάθε Εικόνος. Κάποια τμήματα της πίσω πλευράς της Εικόνος του Αγίου Γεωργίου παραμένουν φωτεινά (όπως ο ουρανός ή η φουστανέλα) επειδή έχουν δεχτεί ελάχιστο μελάνι ενώ κάποια άλλα (όπως η γη στο πρώτο πλάνο ή το τοπίο στο βάθος με την πόλη των Ιωαννίνων και το απέναντι βουνό) εμφανίζονται σκούρα, επειδή έχουν δεχτεί μεγάλη ποσότητα και από τα τέσσερα διαφορετικού χρωματισμού μελάνια.
Για τον Οίκο εκκλησιαστικών Ειδών Απέργη, προϋπόθεση πριν από την εκτύπωση κάθε νέας Παραστάσεως ήταν η προσαρμογή του πρωτοτύπου το οποίο επρόκειτο να αντιγραφεί στο πνεύμα της Ορθοδόξου Ελληνικής Αγιογραφικής Παραδόσεως, με την απάλειψη οποιουδήποτε λατινικού ή δυτικού στοιχείου που τυχόν έφερε. Την εικαστική, και κατ’ εξοχήν πνευματική αυτή εργασία, είχε αναλάβει για λογαριασμό του Οίκου ο Μακαριστός Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αρσινόης (του κλίματος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας) κυρός Στέφανος (κατά κόσμον Νικόλαος Παπαχαραλάμπους, Ζάτουνα Γορτυνίας 1916 - Αλεξάνδρεια Αιγύπτου 26 Μαρτίου 1994) ο οποίος κάθε φορά, προσπαθούσε να αποκαθάρει τις Εικόνες που παρελάμβανε προς επεξεργασία, από τυχόν γνωρίσματα της Εικονογραφίας που υιοθετεί η Καθολική Εκκλησία.
Εκτός από τα δύο παραδείγματα της Αγίας Απολλωνίας που μετετράπη σε Αγία Κυριακή και της «Παναγίας του Πάθους» που ανήκουν στην Συλλογή Εικόνων του Ιερού Ναού της Μαμουσιάς, τα υπόλοιπα παραδείγματα Εικόνων που συνοδεύουν το παρόν κείμενό μας, έχουν σταχυολογηθεί από την «Συλλογή Χαρτώων Λιθόγραφων Εικόνων» του «Λαογραφικού Μουσείου Λόγγου – Μουσείο Λαδιού και Κέντρου Αχαϊκής Γης». Τις παρουσιάζουμε όπως εκτίθενται στο Μουσείο, δίχως ακόμη να έχουν δεχτεί τις ευεργεσίες που θα τους προσέφεραν ο Καθαρισμός και η Συντήρησις. Για τον λόγο αυτό σχεδόν όλες πάσχουν από εμφανέστατα ίχνη υγρασίας, που πρωτίστως προσβάλει την επιφάνεια κάθε χάρτινης παλαιάς Εικόνος.

Αίγιον, Άγιον Πάσχα 2018.
Σπυρίδων Κρητικός, ζωγράφος.

Top