Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Το Ιερό Εξωκκλήσιο του Αγίου Νικολάου του Νέου του εν Βουναίνοις στο Βουλωμένο Αιγίου (Τέταρτο)

Στο μέσον της δυτικής προσόψεως του Εξωκκλησίου του Αγίου Νικολάου του Νέου και στη βάση της στέγης υψώνεται Κωδωνοστάσιο

με εσωτερική τοξωτή απόληξη, η μορφή του οποίου δίδει την αίσθηση πως η κατασκευή του δεν θα πρέπει να τοποθετηθεί στην αρχική οικοδόμηση του Ναού αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, ενδεχομένως στην ανακαίνιση που έλαβε χώρα την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνος ή ακόμη και κατά τη σχετικώς πρόσφατη εξωτερική επικάλυψη του μνημείου με ασβεστοαμμοκονίαμα.

 

 

 

Ο Ναός επιστέφεται από σύγχρονη ξύλινη δίριχτη κεραμοσκέπαστη στέγη, της οποίας η κατά μήκος διάσταση στα ανατολικά υπεράνω της κόγχης εμφανίζει τρίριχτη απόληξη, που είναι χαρακτηριστικό της Εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς μας σύγχρονο της εποχής της ανεγέρσεως του Αγίου Νικολάου, που επιχωριάζει όμως όχι στη Νότιο Ελλάδα και την ιδιαίτερη πατρίδα μας, όσο στην Κεντρική και Βόρειο Ελλάδα. Με την ίδια μορφή κεραμώσεως καλύπτεται η κουρμπωτή στέγαση της Κόγχης και η δίριχτη του Κωδωνοστασίου. Η μορφή της αρχικής στεγάσεως που έφερε το Εξωκκλήσιο (μάλλον σε χαμηλότερο ύψος) θα πρέπει να ήταν περίπου όμοια με τη σημερινή. Τα ζευκτά της στέγης εκείνης (αντικαταστάθηκαν κατά τις εργασίες της ανακαινίσεως), θα πρέπει να ήσαν κατά πάσα πιθανότητα εμφανή στο εσωτερικό και όχι καλυμμένα με οριζόντια ξύλινη επένδυση οροφής, όπως συμβαίνει σήμερα.

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός, τα μεγέθη, η διάταξη και η ανάπτυξη των όγκων του μνημείου, υπακούουν στο γενικό κανόνα που ακολουθείτο την Ύστερη Περίοδο της Τουρκοκρατίας κατά την ανέγερση ομοίου τύπου Εξωκκλησίων, εκ των οποίων όσα έχουν διασωθεί εξακολουθούν να στολίζουν με τη διακριτική παρουσία τους την ελληνική ύπαιθρο.

Οι Άγιοι Απόστολοι είναι Εξωκκλήσιο που οικοδομήθηκε το 1833 (δεκαεπτά έτη μετά την ανέγερση του Αγίου Νικολάου) στα περίχωρα του Αιγίου, στον δρόμο προς τον συνοικισμό Σταφιδάλωνα, που κατά την εποχή εκείνη παρέμενε περιοχή ερημική. Το ναϊδριο των Αγίων Αποστόλων φέρει πανομοιότυπα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά με αυτά του Αγίου Νικολάου. Το γεγονός πως η διατήρηση του ναϊδρύου αυτού παραμένει μέχρι σήμερα αναλλοίωτη, βοηθά να αναπλάσουμε την εικόνα που θα εμφάνιζε κατά το παρελθόν το Εξωκκλήσιο στο Βουλωμένο, όσο αυτό παρέμενε εξ’ ίσου ανέπαφο.

 

 

Η μοναδική επιφάνεια του μνημείου που διατηρείται ακάλυπτη επιχρισμάτων, διακρίνεται στο πάχος που διαθέτει ο τοίχος που ακολουθεί το περίγραμμα του ανατολικού ορθογωνίου μικροσκοπικού παραθύρου στο μέσον της τριμέτωπης Κόγχης του Ιερού Βήματος. Η ελάχιστη, έστω, αυτή γυμνή επιφάνεια που αφήνει να φαίνεται η μορφή της οικοδομήσεως, σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις μας επί των επί μέρους φερόντων και φερομένων αρχιτεκτονικών μελών του κτηρίου, που παρόλη την επικάλυψή τους από το λευκό ασβεστοαμμοκονίαμα παραμένουν διακριτά, μας επιτρέπουν να δώσουμε περαιτέρω έκταση στην περιγραφή μας για την αρχιτεκτονική έκφραση (όπως εμείς την φανταζόμαστε) του Ιερού Εξωκκλησίου του Αγίου Νικολάου, να εξάγουμε συμπεράσματα περί της αρχικής μορφής του μνημείου και να αποκρυσταλλώσουμε άποψη περί της τοιχοποιίας αλλά και των μεθόδων κατασκευής του. Οι ομοειδείς κυματοειδείς γλυφές που προβάλλουν αντικριστά στο άνω τμήμα των παραστάδων και που σήμερα παραμένουν καλυμμένες από το ασβεστοαμμοκονίαμα, επαρκούν για να αναπλάσουμε την ακριβή εικόνα που θα παρουσίαζε συνολικά το περιθύρωμα των δύο εισόδων από την εξωτερική πλευρά, εάν τυχόν αποδεσμευόταν από το σοβά. Θα αντικρίζαμε τότε, ένα λίθινο υπέρθυρο τοποθετημένο σε οριζόντιο διάταξη στο ανώτερο τμήμα κάθε πύλης εισόδου να στηρίζεται εκατέρωθεν σε δύο παραστάδες, για τις οποίες δεν είμαστε σήμερα σε θέση να γνωρίζουμε εάν αποτελούνται από ένα τεμάχιο πέτρας ή συναπαρτίζονται από περισσότερα, το ένα πάνω στο άλλο. Ούτε είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εάν στα περιθυρώματα έχουν σμιλευτεί ποικίλης μορφής και θέματος διακοσμήσεις (ρόδακες, σταυροί, καράβια) ή άλλα χαράγματα, σύμφωνα με την παράδοση της εποχής. Οι αντικριστές γλυφές κυματίων που κάνουν την παρουσία τους στις παραστάδες των δύο εισόδων του Ναού από την εξωτερική πλευρά, επαληθεύουν τις ως άνω εκτιμήσεις μας. Οι γλυφές αυτές επιπλέον, σε συνδυασμό με την τοξωτή απόληξη με την οποία ολοκληρώνεται η εσωτερική πλευρά της κάθε μιας εκ των δύο θυρών, καθώς και η παρόμοια τοξωτή απόληξη των δύο αντικριστών παραθύρων (από την εσωτερική τους πάντοτε πλευρά) φανερώνουν πως στο πέρασμα του χρόνου - από την αρχική τους διαμόρφωση έως και σήμερα - ουδεμία τροποποίηση επήλθε στις γενικές τους διαστάσεις.

 

 

Στη φωτογραφία που μας παραχώρησε η κυρία Κατσιβάλη που θα δημοσιεύσουμε στα επόμενα κείμενά μας, φαίνεται πως οι γλυφές κυματίων που σήμερα εξακολουθούν να διατηρούνται στο άνω τμήμα κάθε λίθινης παραστάδας, στο παρελθόν επαναλαμβάνονταν και κάτω, στην επαφή με το έδαφος. Οι γλυφές εκείνες αποκόπηκαν μάλλον κατά τις επεμβάσεις για την ασφαλέστερη αποστράγγιση των υδάτων της βροχής και την ανύψωση του επιπέδου του εδάφους γύρω από το Ναό, που έλαβαν χώρα κατά την τελευταία ανακαίνιση.

Τα ελάχιστα σημεία που παραμένουν ακάλυπτα επιχρισμάτων στο μικροσκοπικό παράθυρο της Κόγχης του Αγίου Βήματος, επιτρέπουν να εκφράσουμε την ασφαλή εκτίμηση πως κάτω από τα επιχρίσματα, υπόλευκες κυλινδρικού σχήματος ανεπεξέργαστες πέτρες μεσαίου μεγέθους (το σχήμα των οποίων είχε ήδη διαμορφωθεί με φυσικές διαδικασίες σε προγενέστερη εποχή) συγκροτούν την τοιχοποιία του Ναού η οποία είναι κατασκευασμένη σε ελεύθερη δρομική μέθοδο λιθοδομής, όπως προβλεπόταν τότε για τούς μικρού μεγέθους Ναούς, σαν τον Άγιο Νικόλαο.

Ως συνεκτικό υλικό χρησιμοποιήθηκε θηραϊκή γη (κουρασάνι), όπως συνέβαινε ανέκαθεν στην οικοδόμηση κάθε «εφ’ υγροίς» κατασκευής.

 

 

Κατά το χτίσιμο, δεν αποκλείεται να εμφυτεύτηκαν στην επιφάνεια των προσόψεων σε ποικίλα σημεία ένθετα κεραμοπλαστικά θραύσματα σε δεύτερη χρήση, προερχόμενα από την κεράμωση άλλων κτηρίων, ή όστρακα προερχόμενα από σκάμματα και ερειπιώνες αρχαίων μνημείων ή ακόμη και εφυαλώματα. Η συνήθης διάσπαρτη ένθεση ποικίλων στοιχείων στις εξωτερικές επιφάνειες, αποσκοπούσε στην επιπρόσθετη στερέωση της θηραϊκής γης, στην αποφυγή ρηγματώσεων και κατ’ επέκταση, στην καλή διατήρηση της τοιχοποιίας στο σύνολό της. Εκτός όμως από την επιδίωξη της στερεότητας, η ενσωμάτωση κεράμινων και άλλων ομοειδών τεμαχίων αποσκοπούσε στον επιπρόσθετο εμπλουτισμό της διακοσμήσεως των εξωτερικών προσόψεων και στην διασκέδαση της αισθητικής μονοτονίας που παρουσίαζαν τα μικρά αυτά κτήρια, λόγω της μεθόδου ανεγέρσεώς τους η οποία διαμόρφωνε επιφάνειες απλές αλλά ανεπεξέργαστες και αδιακόσμητες, σε αντίθεση με τους μεγάλου μεγέθους Ναούς, για τους οποίους η διακοσμητικότης των εξωτερικών επιφανειών ήταν εξασφαλισμένη, λόγω του πλινθοπερίκλειστου συστήματος που αποτελούσε για τα κτήρια αυτά την αποκλειστική μέθοδο ανεγέρσεως και λόγω επίσης των Ψευδοκουφικών Ταινιών που περιέτρεχαν σε διάφορα ύψη τις εξωτερικές τους επιφάνειες.

Σύμφωνα με όσα επιβάλλουν οι κανόνες της Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής που αποσκοπούν στην άρτια στήριξη και στην ασφαλή στατικότητα κάθε υπό ανέγερση κτηρίου, ομοίως και στον Άγιο Νικόλαο, πιστεύουμε πως στις ακμές που σχηματίζουν οι τέσσερις εξωτερικές προσόψεις του Ναού, υψώνονται ακρογωνιαίοι λίθοι, τους οποίους φανταζόμαστε πελεκημένους σε ορθογώνιο παραλληλόγραμμο σχήμα και τοποθετημένους καθ’ ύψος, σε πλεκτή διάταξη.

 

Αίγιον, Πέμπτη 9 Μαΐου 2019, Μνήμη του Αγίου Νικολάου του Νέου του εν Βουνένοις

Σπυρίδων Κρητικός, Ζωγράφος

Top