ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (25/10/2020)

Ο Κύριος θεράπευσε το δαιμονισμένο. Με την ενέργειά του αυτή απομάκρυνε από την ψυχή του ανθρώπου τον διάβολο. Όταν ο άνθρωπος απομακρυνθεί από την Πηγή της ζωής και αρχίζει να ρυθμίζει τη ζωή του μόνος του, αρχίζει σιγά - σιγά η ψυχή να χάνει τη διάκριση. Να μην ξεχωρίζει που είναι το φως και που είναι το σκοτάδι, να μην ξεχωρίζει που είναι η ζωή και πού ο θάνατος. Αγριεύει τότε η ψυχή, κλείνεται στον εαυτό της, κλείνεται στο συμφέρον της και αρχίζει την παρερμηνεία και του λόγου του Θεού και του λόγου των ανθρώπων. Αρχίζει μετά ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να φανεί δυνατός, να εξασθενίζει και να γίνεται ένας άνθρωπος δειλός και φοβισμένος, γεμάτος άγχος και αγωνία πνευματική.

Τότε χάνει τον έλεγχο του εαυτού του και προσπαθεί να ικανοποιηθεί από τα πάθη, υποκαθιστώντας το Θεό και προσπαθώντας να ξεγελάσει τον εαυτό του. Και τότε χάνει το ηγεμονικό του νου, δεν εξουσιάζει τον εαυτό του και γίνεται δούλος των παθών του. Αρχίζει εύκολα να δέχεται επιρροές και επιδράσεις από το αντίθετο πνεύμα και αν η κατάσταση μονιμοποιηθεί, τότε από τις επιρροές του αντικειμένου διαβόλου, γίνεται κατοικητήριό του. Δηλαδή ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από το διάβολο.

Σ΄αυτή την κατάσταση, λοιπόν, ο Κύριος θεράπευσε τον πνευματικά άρρωστο άνθρωπο, που δεν είχε απλώς εξαρτήσεις από πάθη, αλλά κατοικούσε μέσα στην ψυχή του ο αντικείμενος. Ο άνθρωπος τότε δε μπορεί μόνος του να ελευθερωθεί. Χρειάζεται η χάρη του Θεού και οι προσευχές των ανθρώπων. Και ο Κύριος με τη θαυματουργική του δύναμη, διακρίνοντας την ελευθερία του ασθενούς πνευματικά, χωρίς να παρεμβαίνει στην ελευθερία του, αλλά υπακούοντας σε αυτή επειδή είδε τη διάθεσή του, τον ελευθέρωσε από την επήρεια του δαίμονος. Και λέει ότι μετά ήταν ένας άλλος άνθρωπος που καθόταν σώφρων και ιματισμένος κοντά στον Κύριο και μάλιστα δεν ήθελε να απομακρυνθεί από κοντά Του.

Η ψυχή, όταν δει το αληθινό φως και το αναγνωρίσει δεν μπορεί να απομακρυνθεί από τον Κύριο. Όπως λέει ο ψαλμός, «εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω Σου», προσκολλάται η ψυχή, γιατί συναντά το φως.

Όμως αυτά τι σημασία έχουν για μας; Έχουν σημασία όταν μπορούμε να δούμε τον τρόπο που ο άνθρωπος χάνει το φως και τη διάκριση και πώς ελευθερώνεται.

Είπαμε ότι αυτός που μας θεραπεύει είναι ο Κύριος. Άρα, ποια προϋπόθεση υπάρχει να ζητήσουμε, να στραφούμε οπίσω Αυτού; Για να Τον ζητήσουμε όμως με την καρδιά μας πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι ότι Αυτός είναι η Ζωή. Αυτός είναι το Φως. Και για να γίνει αυτό πρέπει να ξεφύγουμε από τα δεδομένα μας τα άρρωστα, τις βεβαιότητές μας, αυτό που ονομάζουμε υπερηφάνεια, αυτό που ονομάζουμε εγωϊσμό. Ο υπερήφανος και ο εγωϊστής είναι αυτός που πιστεύει αποκλειστικά στο λογισμό του. Και θέλει να ρυθμίζει τα των ανθρώπων σύμφωνα με το δικό του νου.

Χρειάζεται, λοιπόν, η ψυχή να αποφασίσει ότι «Ζητώ τον Θεόν». Αυτός μόνο μπορεί να μου δώσει το φως της ζωής. Αυτή είναι η πραγματική προσευχή, η σύντονος, όλος ο εσωτερικός μου τόνος, χωρίς αγωνία, άγχος, αλλά σε μια βαθιά περισυλλογή απογυμνώνω τον εαυτό μου από τα δικά μου και επικεντρώνομαι μόνο εις το Θεό, εις τον Κύριο και ζητώ το έλεός Του. Αυτή την πράξη της αποδόμησης οποιουδήποτε ψεύδους στηρίζαμε πάνω στον εαυτό μας και η οικοδόμηση του λόγου του Θεού είναι η πνευματική πράξη μετανοίας, ταπεινώσεως και προσευχής.

Αλλά, όσο πιστεύουμε στον εαυτό μας, πιστεύουμε στα όνειρά μας, όσο πιστεύουμε στη φαντασία μας, τότε αδυνατούμε να εμπιστευθούμε τη δύναμη του Θεού. Και ο άνθρωπος οδηγείται σε αυτή την κατάσταση της πνευματικής πτώσεως και κατάντιας, γιατί πιστεύει στο λογισμό του, έχει μια υπαρξιακή και κατ΄επέκταση ψυχολογική ισχυρογνωμοσύνη. Έχει τη σιγουριά ότι αυτό είναι αλήθεια, το άλλο είναι ψέμα. Και πως βγαίνει αυτό στη ζωή του; Όταν χαθεί μέσα μας αυτή η πνευματική στάση της ταπεινώσεως και της προσευχής και θολώνει ο νους μας.

Τότε καθημερινά πάσχουμε, συγκρουόμαστε με τους άλλους, παραπονούμαστε, νιώθουμε μια δυσαρέσκεια, δεν έχουμε ανάπαυση, νομίζουμε ότι όλα μας φταίνε. Ο άλλος μας χαιρετάει και νομίζουμε ότι μας υβρίζει. Μας λέει κάτι και προσπαθούμε να ανακαλύψουμε την πονηριά που κρύβεται πίσω από αυτό. Θέλουμε να προστατέψουμε τον εαυτό μας απομονωμένοι από όλους και όλα.

Αυτό είναι σκλαβιά της ψυχής που ξεκινάει σιγά – σιγά. Αδυνατεί ο άνθρωπος να κοινωνήσει του Θεού, στη συνέχεια χάνει την επαφή με τον εαυτό του και οι σχέσεις του γίνονται μία τρέλα, μία σύγχυση, μία ασυναρτησία. Ο άνθρωπος του Θεού έχει εσωτερική ενότητα και απλότητα. Ξεκαθαρίζει με εύκολο τρόπο τα πράγματα. Είναι ήδη ξεκάθαρος στη ψυχή του.

Όταν εμείς έχουμε αμφιβολίες, έχουμε παραζάλη λογισμών, όταν έχουμε σύγχυση, όταν έχουμε παράπονα, όταν έχουμε κακομοιριά, αυτό είναι ένδειξη ότι δεν έχουμε φως, ότι δεν έχουμε αλήθεια. Δεν προσευχόμαστε αληθινά, δεν έχουμε μετάνοια, δεν έχουμε ταπείνωση κατά Θεό.

Αυτό χρειάζεται, λοιπόν, να κάνουμε. Εφόσον είμαστε σε αυτή την κατάσταση να σιγήσουμε, να σιωπήσουμε. Αυτή η φασαρία, αυτή η ταραχή υπάρχει στην καρδιά μας και στο μυαλό μας, που μας βάζει χίλιους δύο λογισμούς. Κάνουμε ολόκληρα σενάρια είτε για τον εαυτό μας, είτε για τους γύρω μας, είτε για το Θεό. Δε μπορεί να μας μιλήσει ο Θεός. Δε μπορούμε να ακούσουμε το Θεό. Πρέπει να γίνουμε κατά Θεόν ανόητοι, χαζοί. Να πάψουν οι λογισμοί μας. Να σταματήσουν. Να σιωπήσουμε. Η κατάσταση αυτή της σιγής σημαίνει: Απεκδύομαι οποιοδήποτε λογισμό, ιδέα ή σιγουριά είχα μέχρι τώρα. Αδειάζω τον εαυτό μου. Κενώνομαι. Και αρχίζω τότε την προσωπική επαφή με το Θεό. Και αρχίζει τότε λίγο – λίγο ο ίδιος ο Θεός να κτίζει μέσα μου κάποια πράγματα.

Αυτά που είναι του Θεού τα αναγνωρίζουμε από την ειρήνη που φέρνουν στην καρδιά μας. Τότε η ζωή μας απλοποιείται. Έχουμε τη διάθεση να είμαστε συμφιλιωμένοι με όλους. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουν εχθροί. Όποια ψυχή ισχυρίζεται μέσα της ότι ο άλλος είναι εχθρός μου είναι προβληματική, άρρωστη ψυχή. Θα πει κάποιος: «Μα μου δημιουργεί ο άλλος πραγματικά προβλήματα, όντως, αντικειμενικά, με εχθρεύεται, με εκδικείται, με αδικεί».

Κανείς δε μπορεί να μας αδικήσει παρά μόνο ο εαυτός μας. Η αίσθηση της αδικίας και της έχθρας δεν είναι αντικειμενικό γεγονός, αν ο άλλος με αδικεί πραγματικά ή όχι, αλλά τι αισθάνομαι εγώ.

Ποιος είναι αυτός που με αδικεί; Αυτός που μου στερεί τη ζωή. Και δε μπορεί με κανένα αντικειμενικό τρόπο, αυτός που μου στερεί τα υλικά αγαθά, να μου στερήσει τη ζωή. Ζωή είναι ο Θεός. Αυτός που με αδικεί μου φέρνει πιο πολύ Θεό στην καρδιά μου, εάν θέλω. Άρα αυτός δε μπορεί να με αδικήσει, δεν είναι εχθρός μου. Είναι ευεργέτης μου αυτός που θεωρώ εχθρό μου. Άρα, εάν αντιλαμβάνομαι τον άλλον ως εχθρό μου, επειδή με αδικεί σε κάτι, σημαίνει ότι δεν έχω μάτια Θεού. Έχω τα μάτια της λογικής μου που είναι θάνατος. Μιας λογικής αδιάκριτης. Δεν είναι φωτισμένη μέσα στο φως της αλήθειας του Θεού, στο φως της αιωνιότητας. Τα μάτια τα δικά μας είναι εντεύθεν των ορίων του θανάτου. Είναι πριν το θάνατο, δε μπορούν να νικήσουν το θάνατο, τα δικά μας όρια, τη δική μας λογική, τα δικά μας δεδομένα. Γιατί θεός μας είναι ο λογισμός μας, είναι ο εαυτός μας.

Όταν πάει κάποιος να εξομολογηθεί και καταθέτει το πρόβλημά του ότι κάποιοι τον αδικούν, και αισθάνεται κατάκριση για κάποιους και αρχίζει ένα διάλογο, τούτο είναι μια τεράστια ανοησία, είναι προσβολή του Μυστηρίου της Μετανοίας. Γιατί δεν έχει Θεό. Θεός του είναι να τον δικαιώσει ο Πνευματικός του. Να του πει: «Ναι, παιδάκι μου, έχεις δίκιο, όλος ο κόσμος σε αδικεί, καημένος που είσαι. Μακάρι ο Θεός να τους κάψει όλους τους άλλους, να ζήσεις εσύ». Αυτό θέλουμε στο βάθος.

Αν όμως αντιλαμβανόμαστε ότι ο Θεός είναι το φως, η χαρά μας και ότι αυτός που μας αδικεί είναι ευεργέτης μας. Και ένα πόθο έχουμε να βρει το φως του και αυτός, διότι αυτός που μας αδικεί είναι μέσα στην τύφλωσή του. Αλλά δε μας νοιάζει ο άλλος. Είμαστε τόσο κακομοίρηδες που νιώθουμε ότι εμείς, αν φυσήξει ένας αέρας θα μας πάρει και θα πέσουμε κάτω, γιατί στηριζόμαστε στα πόδια μας, όχι στη χάρη του Θεού. Αυτός είναι ο δαιμονισμός μας.

Χρειάζεται, λοιπόν, να δούμε ότι χαρά μας είναι ο Θεός. Πώς κάποιος που ερωτεύεται ξεχνά όλους τους άλλους; Γιατί; Έχει τέτοια χαρά μέσα του, ψυχολογική χαρά, που ξεχνά τα δυσάρεστα. ὀπως κάποιος που ζει ένα οικονομικό πρόβλημα, μια χρεωκοπία και του λένε, «θα σου δώσω όλα όσα χρωστάς» και αμέσως ζωντανεύει, ξεχνά το πρόβλημα.

Εάν διαπιστώσουμε, λοιπόν, το πρόβλημα της υπάρξεώς μας, το πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, το πρόβλημα της αιωνιότητας και εντοπίσουμε ότι ο Σωτήρας μας είναι ο Χριστός, τότε γιατί να μας νοιάζουν ὀλα τα άλλα; Γιατί να μας ενδιαφέρουν; Γινόμαστε πανίσχυροι. Είμαστε αδύνατοι, όχι γιατί δεν έχουμε χρήματα, είμαστε αδύνατοι, όχι γιατί δε μας λατρεύουν οι άνθρωποι, είμαστε αδύνατοι, όχι γιατί δεν έχουμε δουλειά, είμαστε αδύνατοι, όχι γιατί δε μας αγαπούν οι άνθρωποι, είμαστε αδύνατοι, όχι γιατί δε μας τιμούν οι άνθρωποι, είμαστε αδύνατοι, γιατί δεν έχουμε ζωή. Και γινόμαστε δυνατοί εν Χριστώ, όταν γευθούμε, όταν απολαύσουμε το μυστήριο της ζωής.

Τι είπαμε; Είναι απλή η κίνηση: Αδειάζω απ΄όλα και ζητώ μόνο τον Έναν και Μοναδικόν.

Διαβάστηκε 100 φορές
Top