ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (22/11/2020)

Αφορμή για την παραβολή του «Άφρονος Πλουσίου» αποτέλεσε το αίτημα κάποιου από τους ακροατές του Ιησού Χριστού προς αυτόν να παρέμβει ώστε να μοιράσει δίκαια την κληρονομιά του με τον αδελφό του. Το αίτημα φαίνεται λογικό, καθώς, ως διδάσκαλος της δικαιοσύνης, ο Ιησούς θα μπορούσε να συμβουλέψει τον αδελφό τού αιτούντος να συναινέσει στο δίκαιο μοίρασμα της κληρονομιάς τους. Ο Ιησούς όμως αρνείται κατηγορηματικά μια τέτοια παρέμβαση και, απευθυνόμενος προς τους ακροατές του, τους αφηγείται την σχετική παραβολή, σύμφωνα με την οποία τα χωράφια κάποιου πλούσιου ανθρώπου έδωσαν μεγαλύτερη από τη συνήθη σοδειά και ο πλούσιος σκέφτηκε να κατασκευάσει μεγαλύτερες αποθήκες ώστε να την αποθηκεύσει. Δεν πρόλαβε όμως να πραγματοποιήσει το σχέδιό του, γιατί το ίδιο βράδυ πέθανε. Η αντίδραση του πλουσίου φαίνεται επίσης λογική, καθώς κάθε συνετός άνθρωπος που θα κέρδιζε ανέλπιστα κάτι θα χαιρόταν και θα σκεφτόταν πώς μπορεί να το αξιοποιήσει καλύτερα. Έτσι, ο χαρακτηρισμός του ανθρώπου αυτού από τον Ιησού ως «ανόητου» φαίνεται στα μάτια του σύγχρονου αναγνώστη υπερβολικός. Για να γίνει κατανοητός αυτός ο σκληρός χαρακτηρισμός του πλουσίου πρέπει να λάβει κανείς υπόψη το πολιτισμικό περιβάλλον των ακροατών του Ιησού. Στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης ως «σοφός» χαρακτηρίζεται ο δίκαιος και ευσεβής άνθρωπος και η σοφία ταυτίζεται με την ευσέβεια, ενώ αντίθετα η αδικία και η ασέβεια χαρακτηρίζονται ως αφροσύνη. Έτσι, κάθε συλλογή γνωμικών αρχίζει ή τελειώνει με την υπενθύμιση ότι θεμελιώδης αρχή της σοφίας είναι το να φοβάται κανείς τον Θεό: «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου» (Παρ α´ 7· θ´ 10· κ.ά.). Ως «άμυαλος» χαρακτηρίζεται εδώ ο άνθρωπος εκείνος που, σύμφωνα με όσα τονίστηκαν παραπάνω, απορρίπτει πεισματικά τη σοφία, την αναγνώριση, δηλαδή του ρόλου που έχει ο Θεός στην καθημερινότητά του. Η άρνηση «Θεός δεν υπάρχει» δεν δηλώνει στην προκειμένη περίπτωση έναν θεωρητικό, φιλοσοφικό αθεϊσμό, αλλά μια προσπάθεια να οργανώσει κανείς τη ζωή του χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τον Θεό. Σ’ αυτόν τον τρόπο θεώρησης της ζωής βλέπουν οι βιβλικοί συγγραφείς τις αιτίες της εξαχρείωσης του ανθρώπου. Αυτόν ακριβώς τον τρόπο θεώρησης της ζωής καταγγέλλει και ο Ιησούς χαρακτηρίζοντας τον πλούσιο της παραβολής «ανόητο». «Πλούσιος» στην Καινή Διαθήκη δεν είναι μόνον αυτός που έχει πολλά αγαθά, αλλά αυτός που στηρίζεται στα αγαθά, αυτός που οχυρώνεται πίσω από τα όποια αγαθά του για να αισθανθεί ασφαλής και σίγουρος, με συνέπεια να πετρώσει η καρδιά του για τον διπλανό του, ο οποίος τού είναι τελείως αδιάφορος ή και ανύπαρκτος. Ως «αγαθά» στην προκειμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να νοούνται μόνον τα χρήματα, αλλά κάθε τι, πάνω στο οποίο οι άνθρωποι στηρίζονται, το οποίο θεωρούν ότι τους εξασφαλίζει και τελικά καταντούν απόλυτα εξαρτημένοι από αυτό. Και είναι πάρα πολλά αυτά. Είναι οι γνώσεις, η επιστήμη, τα αξιώματα, οι τίτλοι, οι γνωριμίες, οι δεσμοί, τα «μέσα» και ένα σωρό άλλα ακόμη. O ορισμός της έννοιας της αμαρτίας βρίσκεται σε μία λέξη: αυτονόμηση, δηλαδή ζω τα πάντα μόνος μου, χωρίς να τα συνδέσω με το Θεό ή τον συνάνθρωπο. Μέσα στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει τίποτε κακό, όμως ταυτόχρονα όλα μπορούν να γίνουν κακά. Από μόνα τους τα αγαθά δεν είναι κακά. Η προαίρεσή μας δίδει το περιεχόμενο σε αυτά. Και ποια είναι η προαίρεσή μας; Δεν είναι ακριβώς η στενή έννοια της κακότητας, αλλά ποια προοπτική έχουν τα αγαθά: η ζωή μας, οι δουλειές μας, η οικογένειά μας, η συζυγία μας, το φαγητό μας. Όλα τα ανθρώπινα από μόνα τους δεν είναι, ούτε δημιουργούν πρόβλημα. Αλλά πού είναι το πρόβλημα; Άραγε αυτά όλα μπορούν να γίνουν φως; Μπορούν να γίνουν Χριστός; Μπορούν να χριστοποιηθούν; Το θέμα είναι να μπορέσουμε να βρούμε το λόγο, το νόημα της ζωής μας. Με ποιό τρόπο θα συνδέσουμε τη ζωή μας και τα της ζωής μας με το Χριστό; Διότι μόνο τότε όλα γίνονται θεϊκά, αποκτούν την προοπτική του Χριστού. Ουσιαστικά δεν υπάρχει καλό και κακό με την έννοια ότι τα υλικά αγαθά είναι κακά, ενώ τα πνευματικά αγαθά είναι καλά. Το σημαντικό είναι τι περιεχόμενο δίδουμε στα αγαθά. Τι προοπτική δίδουμε σε αυτά. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η Θεία Λειτουργία. Εδώ έχουμε τον άρτο και τον οίνο τα οποία τα αναφέρουμε, τα προσφέρουμε στον Χριστό. Και λέμε: «σε Σένα Κύριε τα χαρίζομε και είναι δικά Σου. Από τα δικά Σου σού δίνομε». Και όταν αυτά τα υλικά αγαθά συνδεθούν με τον Χριστό, τότε το ψωμί και το κρασί γίνονται Χριστός. Αυτή είναι όλη η ζωή μας. Αυτό είναι το πνευματικό περιεχόμενο της ζωής μας. Ας μην απατώμεθα, με την έννοια ότι στην Εκκλησία υπάρχει ένας ηθικισμός, ότι υπάρχουν κάποιοι νόμοι και κανόνες που προσδιορίζουν ότι αυτό είναι καλό ενώ το άλλο είναι κακό. Είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Δεν είναι ηθικού επιπέδου οι έννοιες της αμαρτίας και της αρετής. Αντιθέτως, είναι οντολογικού και υπαρξιακού περιεχομένου. Δηλαδή η όλη προοπτική της ζωής μου είναι, για παράδειγμα, ο άντρας μου, η γυναίκα μου να γίνουν ο Θεός μου, ο Χριστός μου. Μέσα από τα μάτια τους να βλέπω τον Χριστό. Η σχέση και ο έρωτας με την συζυγία μας να μας δίδουν την προοπτική και να μας ωθούν να αγαπήσουμε το Θεό, να αναχθούμε στον Θεό. Τα δε υλικά αγαθά να τα βλέπουμε ως δώρα του Θεού με σκοπό να Τον ευχαριστήσουμε και να Τον δοξολογήσουμε που μας τα χάρισε. Και πώς πρέπει να τα ζούμε; Ξέρουμε ότι από μόνα τους, αυτά καθαυτά δεν είναι ζωή. Ο Χριστός είναι η ζωή. Τα υλικά αγαθά μάς θυμίζουν το Χριστό. Και πώς τα ζω; Όταν δεν τα χρησιμοποιώ για να χορτάσω, για να ικανοποιήσω τις ορμές, τον εγωισμό και τις επιθυμίες μου, αλλά προσευχόμενος τα αναφέρω στο Θεό, τα θεωρήσω ως δώρα Θεού. Τότε θα χορτάσω αληθινά. Με τον τρόπο αυτό την τροφή δεν την θεωρούμε απλά ως μέσο για να επιβιώσουμε ως βιολογικές μονάδες. Διότι και το φαγητό μπορεί να γίνει Χριστός. Αν δεν μπορούν τα πάντα να γίνουν Χριστός, τότε είναι ένα ψέμα όλη μας η ζωή. Και πώς μπορούν τα αγαθά να αποκτήσουν περιεχόμενο; Όταν δεν τα κρατάω για τον εαυτό μου. Όταν δεν πιστέψω ότι αυτά είναι ζωή, διότι τότε θα είμαι πραγματικά πολύ φτωχός και νεκρός μέσα μου. Γι’ αυτό το λόγο πολλές φορές η παρουσία υπαρξιακής ανασφάλειας, που συχνά γίνεται και ψυχολογική ανασφάλεια, μας οδηγεί στο να κατασκευάσουμε κάποιες οχυρώσεις. Σε κάποιον οχύρωση είναι η δύναμή του, σε κάποιον το φαγητό του, σε κάποιον τα πλούτη του, σε άλλον οι σχέσεις του. Το πρόβλημα είναι ότι ο άνθρωπος παραμένει ανασφαλής. Δηλαδή δεν έχει επενδύσει κάπου που να στέκεται γερά και σταθερά. Για εμάς το σταθερό αυτό θεμέλιο είναι ο Χριστός. Και όταν λοιπόν δούμε ότι, ούτε εάν φάμε χορταίνουμε, ούτε εάν δεν φάμε κάτι μας λείπει, αλλά κάτι άλλο αναζητούμε και θέλουμε πραγματικά μέσα στη ζωή και μέσα από τις καταστάσεις της, τότε η ζωή μας αποκτά έναν άλλον ορίζοντα. Ποιος είναι αυτός ο ορίζοντας; Η σχέση μας με τον Θεό. Τότε θα καταλάβουμε ότι ζωή είναι η σχέση μας με τον Θεό και ταυτόχρονα η σχέση μας με κάθε άνθρωπο. Με τον ίδιο τρόπο θα κατανοήσουμε ότι τα υλικά αγαθά είναι δώρα του Θεού που μας συνδέουν με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Μόνο τότε αυτά γίνονται φιλανθρωπία, γίνονται άνοιγμα και δεν είναι μία ιδιωτική κατάσταση που μας κλείνει μέσα στον εαυτό μας και νιώθουμε δήθεν ως πανίσχυροι, ενώ στην ουσία είμαστε εντελώς ανίσχυροι. Όταν επιθυμώ να γίνω ισχυρός μέσω των αγαθών, τότε στην πραγματικότητα γίνομαι ανίσχυρος, ένας κακομοίρης άνθρωπος που ψάχνω απεγνωσμένα να στηριχθώ κάπου. Τα υλικά αγαθά, λοιπόν, μας ανοίγουν την προοπτική να συναντήσουμε τον Χριστό, μας ελευθερώνουν και μας καθιστούν ευγνώμονες προς τον δωρεοδότη Θεό. Και τότε παύουμε να επενδύουμε σ’ αυτά, δεν είναι ο πολιτισμός μας τα υλικά αγαθά. Πολιτισμός μας είναι ο Χριστός. Πολιτισμός είναι οι αδελφοί μας. Τα αγαθά δεν τα κλείνουμε με έναν ατομικό τρόπο, με ένα ατομοκρατικό τρόπο στη ζωή μας, αλλά γίνονται ένας ακόμη τρόπος σύνδεσής μας με το Θεό και τους συνανθρώπους μας. Και κατανοούμε ότι όλα αυτά είναι δώρα του Θεού και εμείς είμαστε οι διαχειριστές τους. Αυτό μας μαθαίνει η Θεία Λειτουργία. Αναφέραμε προηγουμένως ότι αμαρτία είναι η αυτονόμησή μας. Δηλαδή: Επιθυμώ να γίνω ο κυρίαρχος της ζωής μου, να κάνω εγώ κουμάντο στη ζωή μου, να ελέγχω εγώ τη ζωή μου. Να ζω στη φαντασίωση ότι ο πλουτισμός είναι η δύναμή μου. Να πλουτίζω εν εαυτώ. Να λέω ότι εγώ είμαι ο Θεός, να στηρίζω τη ζωή μου σε μένα, να πιστεύω ότι παράδεισος είναι οι δικές μου δυνάμεις ή αποτέλεσμα δικής μου κατάκτησης. Αυτό είναι εκτροπή που μας οδηγεί στη φθορά και την αγνωσία. Αποτελεί μία θεληματική λήθη του αληθούς σκοπού της υπάρξεώς μας. Δεν θέλουμε να παραδεχθούμε αυτό που μας λείπει και να το αναστήσουμε μέσα μας, διότι φοβόμαστε ότι δεν μπορούμε να το διαχειριστούμε. Αντιθέτως, όμως, όπως λέγει ο Κύριος, Αυτός που επιζητεί τη ζωή, είναι αυτό που πλουτίζει εν Θεώ, που ζει μέσα στην προοπτική της αναζήτησης του Θεού, μέσα στο γεγονός που του προσφέρει η Εκκλησία, το οποίο μας δείχνει τον λειτουργικό τρόπο όλα να γίνουν Χριστός. Η προοπτική της Εκκλησίας δεν είναι να μας οδηγεί σε μία μιζέρια, σε μία κακομοιριά, σε μία στέρηση της ζωής, αλλά στη φανέρωση της αληθινής ζωής. Και αυτό θα γίνει όταν μέσα από την αναφορά μας στον Θεό θα αρχίσουν όλα, η χαρά, η θλίψη μας, τα πράγματά μας, η φτώχεια μας, ο πλουτισμός μας, η αγάπη μας, ο έρωτάς μας, τα πάθη μας, η εργασία μας, η οικογένειά μας, να βάλλουν λόγο Θεού μέσα τους, να βρουν την προοπτική του Χριστού και τότε όλα θα γίνουν Χριστός, θα χριστοποιηθούν. Και εμείς θα γίνουμε πραγματικά μέλη τού σώματος του Κυρίου.

Διαβάστηκε 38 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2020 18:32
Top