Επικήδειος λόγος τού Αρχιμανδρίτου Ιωακείμ Βενιανάκη για την εκδημία τού μακαριστού Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καρβέλα

Ο πολύ αποκαλυπτικός αυτός λόγος του Αποστόλου και Ευαγγγελιστού Ιωάννου έρχεται στη μνήμη μας και χύνει βάλσαμο παρηγορίας στην ψυχή μας, αυτή τη μυσταγωγική ώρα, που συνηγμένοι όλοι εμείς, «οι ζώντες οι περιλειπόμενοι» σε λατρευτική σύναξη, προκειμένου να προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής του προκειμένου κεκοιμημένου αδελφού και συλλειτουργού. Με βαθειά συγκίνηση, θλίψη και την κατ᾿ ἄνθρωπον οδύνη, αγαπητοί Πατέρες και πενθηφόρε λαέ του Θεού, η τοπική μας Εκκλησία προπέμπει στην αιωνιότητα, στην όντως ζωή της ανέσπερης Βασιλείας του Θεού τον μακαριστό αδελφό και συλλειτουργό μας πατέρα Κωνσταντίνο Καρβέλα, έναν άξιο, αφοσιωμένο, παραδοσιακό και πιστό Λειτουργό του Υψίστου, ο οποίος πορεύεται πλέον προς το επουράνιο θυσιαστήριο, προκειμένου να συλλειτουργεί εσαεί με τον Αρχιθύτη Κύριό μας και με το πλήθος των Αγίων Αρχιερέων και Ιερέων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ο προκείμενος κεκοιμημένος Ιερεύς παρέδωσε την αθάνατη ψυχή του στα χέρια του Θεού, χθες Κυριακή λίγο πριν ηχήσουν οι καμπάνες για την αναστάσιμη ακολουθία της Κυριακής, πλήρης ημερών ύστερα από πενήντα και πλέον έτη Ιερωσύνης. «Σαν έτοιμος από καιρό» (Κ. Καφάβης), όπως λέει και ο ποιητής, άφησε τα επίγεια και αναχώρησε για το μεγάλο ταξίδι προς την αιωνιότητα, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος». Υπήρξε ένα επίλεκτο μέλος του πρεσβυτερίου της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, καθώς σφράγισε ανεξίτηλα διά της θυσιαστικής διακονίας του την πορεία δύο Ενοριών και μίας Ιεράς Μονής που ως τακτικός Εφημέριος με ιερό ζήλο και αυταπάρνηση εκ ψυχής διακόνησε και αξιώθηκε να δρέψει και να γευθεί πολλούς από τους καρπούς των πνευματικών έργων του και πάμπολλα πνευματικά παιδιά.

Ο μακαριστός πατήρ Κωνσταντίνος γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου του έτους 1925 στη Βόβοδα, το σημερινό χωριό του Μαυρικίου Αιγιαλείας. Μέλος πολύτεκνης οικογενείας με 7 παιδιά. Υπήρξε γόνος φτωχών πλην όμως τίμιων, εργατικών και πολύ ευσεβών γονέων, του Βασιλείου και της Αικατερίνης, οι οποίοι, ιδίως η μητέρα του, του μετέδωσαν την άδολη αγάπη και την πίστη προς τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Μπολιασμένος με τα ορθόδοξα νάματα από μικρός είχε δείξει την κλίση του στην ιερωσύνη. Αντί άλλων παιδικών παιχνιδιών μιμούνταν στο σπίτι του όσα έβλεπε να τελεί ο ιερέας στη Θεία Λειτουργία. Τα εγκύκλια γράμματα τα επεράτωσε στο χωριό του και, όταν οι συνθήκες των πολέμων το επέτρεψαν, παρακολούθησε ιερατικά μαθήματα στην σχολή της Σκαφιδιάς. Έτοιμος πλέον και πνευματικώς ώριμος χειροτονήθηκε, από τον μακαριστό Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κυρό Γεώργιο, διάκονος στο ιερό προσκύνημα της Παναγίας Τρυπητής και Πρεσβύτερος στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας Νικολαιίκων. Έτσι ο παιδικός πόθος του έγινε πραγματικότητα. Υπηρέτησε ως Εφημέριος αρχικά στο χωριό Βρόσθενα, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετούσε και τον Ιερό Ναό του διπλανού χωριού, τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη. Τους χειμερινούς μήνες εκτελούσε τα εφημεριακά του καθήκοντα στον Ιερό Ναό της τότε κοινότητος Διακοπτού. Στη συνέχεια μετετέθη στον Άγιο Αλέξιο Σταφιδαλώνων από τον Γέροντα Μητροπολίτη πρώην Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιο. Εκεί ανέλαβε και έφερε επιτυχώς σε πέρας, με πολύ μόχθο και κόπο, το έργο της εκ θεμελίων ανεγέρσεως του περικαλλούς Ιερού Ναού του Αγίου Αλεξίου, που αποτελεί κόσμημα, σέμνωμα και καύχημα για την περιοχή όχι μόνο των Σταφιδαλώνων αλλά και ολόκληρης της περιοχής του Αιγίου. Αλλά και μετά την συνταξιοδότησή του δεν παρέμεινε ανενεργός. Κατόπιν επιθυμίας του μακαριστού Γέροντος Ευσεβίου Γιαννακάκη, μετά του οποίου ο π. Κωνσταντίνος και η Πρεσβυτέρα του Φεβρωνία είχαν αναπτύξει στενότατους πνευματικούς δεσμούς, αλλά και αιτήματος της Μοναστικής Αδελφότητος, ο π. Κωνσταντίνος ανέλαβε εφημεριακά καθήκοντα στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου στο Βερίνο, την οποία διηκόνησε για είκοσι συναπτά έτη ως λειτουργός, επιστηρίζων παντοιοτρόπως την Αδελφότητα στα δύσκολα χρόνια του πνευματικού και μοναστικού της ξεκινήματος. Σε όλη την ιερατική σταδιοδρομία του προσπάθησε να είναι τίμιος εργάτης του Αμπελώνος τού Κυρίου, έχοντας πάντοτε ως υπόδειγμα τον Αρχηγό και τελειωτή τής πίστεώς μας Ιησοῦ Χριστό, ο Οποίος μαρτυρεί με τον αδιάψευστο λόγο Του «τούς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω» (Α΄ Βασ. 2,30), καθώς επίσης τον άγιο Αλέξιο και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη προστάτες του, τους οποίους τώρα θα βρει πρεσβευτές του μαζί με τον γέροντα Ευσέβιο μπροστά στον θρόνο τού Θεού.

Ο μακαριστός π. Κωνσταντίνος υπήρξε ακέραιος χαρακτήρας και με ιερατικό ήθος απαράμιλλο, διακονώντας θεοφιλώς και θεαρέστως, με ιδιαίτερο ζήλο, πίστη, αφοσίωση και υψηλό αίσθημα ευθύνης. Υπήρξε ακούραστος λειτουργός, φιλακόλουθος και φίλος των Αγίων. Πάντα ήταν ένας σεμνός και ταπεινός εργάτης του Ευαγγελίου, που διακρινόταν για την απλότητα, την εργατικότητα και την αγάπη του προς την αγία μας Εκκλησία. Ο λόγος του ήταν «πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος» (Κολ 4,6), μεστός, συμβουλευτικός, ειλικρινής, ασυμβίβαστος και φιλαλήθης. Ήταν παράδειγμα υπομονής, ισχυρής θελήσεως, εγκράτειας, ανεξικακίας, αρχοντιάς και αξιοπρέπειας. Για 50 και πλέον έτη πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε ο Θεός, χωρίς να λιποτακτήσει ούτε στιγμή από τα βαριά καθήκοντα της Ιεροσύνης. Κύρια εφόδια της Ιερατικής του διακονίας ήταν η συνεχής διάθεσή του για προσφορά, η ιώβειος υπομονή και η πλούσια καρδιά του. Μια καρδιά γεμάτη με τη Χάρη του Θεού, που «τά ἀσθενῆ θεραπεύει και τά ἐλλείποντα ἀναπληροῖ», γεμάτη από ιερό ζήλο, νεανική ικμάδα και αγωνιστικό φρόνημα από την πρώτη μέρα έως και το τελευταίο έτος της διακονίας του. Αξίζει να σημειωθεί ότι, αν και τα τελευταία χρόνια λόγω του γήρατος παρέμενε εν τω ταμείω του οίκου του, δεν έπαυσε διά των νυχθήμερων προσευχών του και των πνευματικών του συμβουλών να ενισχύει και να ενδυναμώνει τα πνευματικά του τέκνα. Η παρουσία του και μόνον ήταν παρηγορία πνευματική και παράδειγμα υπομονής, προσευχής, ταπείνωσης και πραότητας διά όλους. Στην πολύχρονη διακονία του δεν ήταν μόνος. Η άξια σύζυγος της ζωής του, η ακούραστη συνοδίτης και συνέκδημος στην ιερατική σταδιοδρομία του, Πρεσβυτέρα Φεβρωνία, στάθηκε δίπλα του, ήταν το στήριγμα και η παρηγοριά του στις δυσκολίες τού ιερατικού δολίχου του. Πάντοτε τον εμψύχωνε, του έδιδε κουράγιο και τον προέτρεπε διακριτικά και ταπεινά να συνεχίζει το έργο του και να μην πτοείται από τις όποιες δυσκολίες. Κρατούσε πάντοτε την πόρτα του ιερατικού σπιτιού τους ανοικτή και έκαναν πράξη την αβραμιαία φιλοξενία. Πληθωρικός και θεοφιλής χαρακτήρας και η ίδια μετείχε ενεργά στο ενοριακό έργο αλλά και ευρύτερα στο φιλανθρωπικό.

Μαζί μεγάλωσαν και ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου την θυγατέρα τους Αικατερίνα. Και ο Θεός τούς ευλόγησε και τους έδωσε και δύο εγγόνια, την Φεβρωνία και το Χρήστο, που έτρεφαν αγάπη και σεβασμό προς τον γέροντα. Ο Χρήστος μάλιστα υπηρέτησε υποδειγματικά τον παππού του το τελευταίο διάστημα λαμβάνοντας ως άλλος Ιακώβ την ευλογία του.

Σεβαστέ μας πάτερ Κωνσταντίνε, αξιομακάριστε αδελφέ και συλλειτουργέ μας. Όλοι εμείς, παρά τα περιοριστικά μέτρα του κορωνοϊού, συγκεντρωθήκαμε σήμερα, προκειμένου να προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής σου, εδώ στον Ιερό Ναό που διακόνησες και οργάνωσες σε Ενορία, για να σε αποχαιρετίσουμε και να ασπασθούμε για τελευταία φορά το ιερατικό χέρι σου. Πονούμε και συγκλονιζόμαστε ως άνθρωποι, που φεύγεις από τον μάταιο τούτο κόσμο. Χαιρόμαστε ως πιστοί και ως Χριστιανοί, γιατί μεταβαίνεις εκ του θανάτου εις την ζωήν. Την φρίκην τού θανάτου ἐξέφρασε ο Αριστοτέλης με μία μόνο λέξη. Ο θάνατος, είπε, είναι το «φοβερώτατον», η δύναμίς του είναι ακατανίκητη και συντρίβει την κάθε ζωή. Ουδείς μπορεί ν’ αποφύγει τον θάνατο, που κληρονομήσαμε όλοι, με το προπατορικό ἁμάρτημα.

Μπροστά στα θέαμα του νεκρού απορεί και ο ιερός υμνογράφος και κυριεύεται από φόβο, αναφωνώντας τα ίδια λόγια τού Σταγειρίτου Φιλοσόφου: «Όντως φοβερώτατον το τοῦ θανάτου μυστήριον» και προβληματίζεται για το φοβερό κατάντημα τού ανθρώπου: «Πῶς ψυχή ἐκ τοῦ σώματος βιαίως χωρίζεται!».

Σε ήρπασε, σε αιχμαλώτισε, σε έκανε δικό του μια για πάντα ο Κύριος. Εναγώνιο και πονεμένο παρουσιάζεται το ερώτημα, κάθε φορά που αποθνήσκει ένας αγαπητός αδελφός, αφιερωμένος θυσιαστικώς στον Θεό. Και είναι ακατάληπτο και μη εξηγούμενο αυτό το ερώτημα, αφού και ο Απόστολος Παύλος, που επιθυμούσε τόσο πολύ την ένωσή του με τον Χριστό, διά τού θανάτου, εντούτοις προτιμούσε να παραμείνει στη ζωή για τις ανάγκες των χριστιανών. (Φιλιπ. 1, 21-26)

Γι’ αυτό αγαπητέ μας πατέρα Κωνσταντίνε, η φυσική και ανθρώπινη λύπη μας ελαττώνεται από την ελπίδα και την βαθειά πεποίθηση ότι «μεταβέβηκες ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» και «ἀπό τά λυπηρότερα στα χρηστότερα και θυμηδέστερα» στην αιώνια χαρά και απόλαυση. Η Εκκλησία δεν σε έχασε. Σε έχει πρεσβευτή στον θρόνο της χάριτος τού Θεού, στον ουρανό και θα κοσμείς τον χορό των αγγελικών δυνάμεων της αιωνίας δόξης τού «Ἐσφαγμένου Ἀρνίου». Εκεί, απερίσπαστος πλέον θα παρακαλείς τον Κύριο και θα προσεύχεσαι για όλους μας.

Σεβαστέ μας πατέρα Κωνσταντίνε, αξιομακάριστε αδελφέ καί συλλειτουργέ μας, πορεύου ἐν εἰρήνῃ τήν ἀγαθήν πορείαν τήν ἄγουσαν εἰς τήν ἀληθῆ και ἄληκτον ζωήν. Ἐκοπίασας ἐν τῇ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ και διηκόνησας αὐτήν κόποις και μόχθοις πολλοῖς. Τον ἀγώνα τόν καλόν ἠγωνίσω. Τήν πίστην τετήρηκας (Β΄Τιμ.  4, 7). Τήν καλήν παρακαταθήκην ἐφύλαξας (Β΄Τιμ. 1, 14) και ἐγένου πιστός ἄχρι θανάτου (Ἀπ. 2, 10). Νῦν εὐρίσκεσαι ἐν τῇ αἰωνιότητι. Έχεις συνοδοιπόρους τούς υπέρ της Εκκλησίας κόπους σου. Έχεις εφόδιον τις προσευχές της τοπικής μας Εκκλησίας και των πνευματικών σου τέκνων. Έχεις εισηγητή ενώπιον του θρόνου του Ἀρνίου τον «στέφανον τῶν ἀδελφῶν» που σε κυκλώνει τούτη τη στιγμή και εύχεται ο Αρχηγός της ζωής και του θανάτου να σου αποδώσει τον στέφανο της ζωής και να σε καταστήσει συλλειτουργό Του στο υπερουράνιο θυσιαστήριό Του. Αμήν!

Διαβάστηκε 152 φορές
Top