Ομιλία Αρχιμ. π. Φιλάρετου Θεοδωρακόπουλου, ιεροκήρυκος Ι. Μ. Καλαβρύτων και Αιγιαλείας στον Στ΄ Κατανυκτικό Εσπερινό στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Φανερωμένης Αιγίου, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Ι ε ρ ω ν ύ μ ο υ

Η μετάνοια ως προϋπόθεση για την αγιότητα

 

«Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα μας Μητροπολίτα Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.κ. Ιερώνυμε,

Σεβασμιώτατε Γέροντα κ. Αμβρόσιε,

Σεβαστοί μου πατέρες,

Αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί,

Η Αγία Εκκλησία μας, σ΄ αυτή την πορεία του Τριωδίου, στην άσκηση και την πάλη μας με την αμαρτία και τον πατέρα της αμαρτίας, τον διάβολο, μας προβάλλει ως πρότυπο, ως παράδειγμα μίμησης μια γυναίκα αμαρτωλή, μια κοινή γυναίκα, που είχε παραδοθεί στις σαρκικές απολαύσεις, την Οσία Μαρία την Αιγυπτία. Όμως μέσα από τη μετάνοια της κατάφερε να ενδυθεί το φωτεινό αναστάσιμο ένδυμα και να κερδίσει την αγιότητα.

Η αγιότητα είναι κάτι το ιερό και το θείο, προκαλεί δέος, σεβασμό και θαυμασμό. Για πολλούς είναι συνυφασμένη με μύθο, υπερβολή, θεωρείται απόμακρη, δύσκολη, ακατόρθωτη, ένα υπερφυσικό κατόρθωμα. Για άλλους ότι δημιουργείται και κατακτάται με τη διαφήμιση, με φαντασμαγορική επίδειξη σημείων, λόγων και έργων. Όμως η αγιότητα είναι αυτή που αγαπά την αφάνεια, τη μυστικότητα, το αδιαφήμιστο, τα δάκρυα, την απόσυρση, τη σιωπή, την ταπείνωση. Αγιότητα σημαίνει να ακολουθείς τον Χριστό στη Γεθσημανή και στον Γολγοθά. Ο Χριστός δεν είναι μόνο του Θαβώρ και του Κενού Μνημείου, των θαυμάτων και των δακρύων. Είναι της υπομονής, της επιμονής, της αυταπαρνήσεως, της αυτοθυσίας, της ανιδιοτέλειας. Η αγιότητα δεν κερδίζεται μόνο με αναγνώσεις βιβλίων αλλά πρέπει να παλέψει κανείς με το άγριο θηρίο της πολυκέφαλης υπερηφάνειας,[1]  να κλείνει κανείς τα γόνατα μπροστά στον Θεό και να αφιερωθεί εξολοκλήρου σ΄ Αυτόν σώματι και ψυχή.

Η αγιότητα είναι ένα από τα βασικά ιδιώματα του Θεού. Αυτός, τονίζει στην Αγιολογία του ο μακαριστός Μητροπολίτης Πρεβέζης κυρός Μελέτιος, αγαπά εν αγιότητι, «τιμωρεί» εν αγιότητι  αλλά και απαιτεί την αγιότητα και τον αγιασμό μας. Ο άνθρωπος δεν είναι άγιος αλλά καλείται να γίνει μετέχοντας στην αγιότητα του Θεού μέσω του προσωπικού πνευματικού αγώνα και των Μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η αγιότητα είναι μεν μια δωρεά αλλά δεν παύει να είναι και μια επιδίωξη, «ἅγιοι γίνεσθε, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι ἐγώ ἅγιος εἰμί» (Α΄ Πέτρ. 1,16).[2] Κι ο Απόστολος των Εθνών, Παύλος τους Θεσσαλονικείς, στόν αγιασμό τους προτρέπει: «τοῦτο γάρ ἐστί θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμός ὑμῶν» (Α΄ Θεσ. 4,3).

Η αγιότητα δεν είναι κάτι που ανήκει στο μουσείο της Εκκλησίας, δεν ανήκει στο παρελθόν, αλλά στο παρόν. Η αγιότητα είναι η προσωπική πρόσκληση του Θεού στον καθένα μας, προορίζεται για όλους και αυτό αποτελεί την πνευματική ζωή. Διότι πνευματική ζωή δεν σημαίνει κάποια ευχάριστη απασχόληση με τον Θεό αλλά τη συνεχή έμπρακτη απόδειξη της αγάπης μας προς Αυτόν. Η αγιότητα μπορεί να είναι κρυμμένη πολύ κοντά μας, στην υπομονή της ασθένειας μας, του δύσκολου συζύγου, συνμοναστή και συνεφημερίου μας, του ζωηρού παιδιού μας, του ανικανοποίητου εγωιστή εαυτού μας, όμως πάντα υπό την σκέπη της Εκκλησίας μας, διότι μόνο εντός της σωζόμαστε, λυτρωνόμαστε και αναπαυόμαστε.[3]

Δυστυχώς όμως η αγιότητα είναι κάτι που πια δεν προβάλλεται, διότι δεν προβάλλεται η μετάνοια. Λέγει ο Κύριος στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, στην μοιχαλίδα γυναίκα: «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰω. 8,11), μια προτροπή που κρύβει από πίσω της την μετάνοια, κάτι όμως, που δεν διδάσκεται από κανένα κηδεμόνα, από κανένα δάσκαλο, από κανένα κατηχητή, επειδή κανείς πια δεν φιλοδοξεί να κάνει τα παιδιά του αγίους. Όμως η αγιότητα πάνω από όλα αγαπά την μετάνοια και αυτόν τον δρόμο της μετανοίας, μας καλεί η Αγία Εκκλησία μας σήμερα να ακολουθήσουμε.

Η μετάνοια είναι «καί ἀρχή καί μεσότης καί τέλος τῆς τῶν Χριστιανῶν πολιτείας», μας λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.[4] Ενώ ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος μας δίδαξε κατά την Τέταρτη Κυριακή των Νηστειών ότι μετάνοια σημαίνει ανανέωση του Βαπτίσματος, συμφωνία με τον Θεό για νέα ζωή. Είναι ο μόνιμος αποκλεισμός κάθε σωματικής παρηγοριάς. Σημαίνει σκέψης αυτοκατακρίσεως, αμεριμνησία γι όλα τα άλλα και μέριμνα για την σωτηρία του εαυτού μας. Είναι η θυγατέρα της ελπίδος και η αποκήρυξη της απελπισίας. Σημαίνει συμφιλίωση με τον Κύριο, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματα μας. Σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως, θεληματική υπομονή όλων των θλιβερών πραγμάτων. Ο μετανοών είναι ο αγοραστής της ταπεινώσεως και ο επινοητής τιμωριών του εαυτού του.[5]

 Ο στόχος της αγάπης του Κυρίου, μας λέει ο μακαριστός Γέροντας Ευσέβιος Γιαννακάκης, ο Αγιολαυριώτης, είναι να φέρει τον άνθρωπο σε μετάνοια. Κι αν βλέπουμε τον εαυτό μας, να μην αλλάζει σε μερικά σημεία, αυτό πρέπει πολύ να το προσέξουμε, γιατί ίσως εμείς να μην ανοίγουμε την πόρτα στη χάρη του Θεού. Με τη βαθειά μετάνοια ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η χάρις του Θεού και διορθώνεται κανείς, τονίζει ο μακαριστός γέροντας.[6]

«Μη ἀνάμενε ἐπιστρέψαι πρός Κύριον καί μή ὑπερβάλου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας» (Σοφ. Σειρ. 5,7), όμως μήπως καθυστερούμε την πορεία μας προς τη Βασιλεία του Θεού και αναβάλλουμε συνεχώς την επίδοσή μας εις τα έργα της μετανοίας; Η αναβολή μπορεί να γίνει αδράνεια και έτσι οι αδυναμίες με τα ελαττώματα αρχίζουν να ριζώνουν με αποτέλεσμα να αποκλείονται πολλοί από την σωτηρία.[7]

Κάποτε ένας μοναχός εξομολογούμενος στον Αββά Σισώη είπε: «έπεσα στην αμαρτία». «Σήκω», του λέει ο Αββάς. «Ξαναέπεσα» του εξομολογείται ο μοναχός. «Τι σε εμποδίζει να ξανασηκωθείς;», του ανταπαντά ο Αββάς. «Έως πότε γέροντα θα πέφτω και θα σηκώνομαι;», τον ρωτά ο μοναχός. «Έως όπου σε βρει ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση, εύχου όμως να σε βρει σηκωμένο με την αγία μετάνοια», τον συμβούλευσε ο Αββάς Σισώης.[8]

Ωστόσο αδελφοί μου το τέλος «ἐγγίζει», όπως ψέλνουμε στο Κοντάκιο του Μεγάλου Κανόνος[9] και δεν ξέρουμε που θα μας βρει. Κάτι πρέπει λοιπόν να κάνουμε! Η λύση είναι μια, το φάρμακο για τις αμαρτωλές ψυχές μας είναι ένα και λέγεται «ΜΕΤΑΝΟΙΑ». Είναι ικανό να εξαλείψει και να εξαφανίσει όλα τα αμαρτήματα μας. Πως άραγε παρασκευάζεται; Τα συστατικά είναι δύο: πρώτον, η καταδίκη των αμαρτημάτων μας και η εξομολόγησή τους (Ψαλμ. 31,5) και δεύτερον, η ταπεινοφροσύνη μας. Διότι αν ομολογήσουμε την αμαρτία μας όπως πρέπει, τότε μόνο ταπεινώνεται και η ψυχή μας. Όμως χρειάζεται και κάτι ακόμα μας λέει ο ιερός Χρυσόστομος. Χρειάζεται, η συντριβή της καρδιάς μας (Ψαλμ. 50,12), οι προσευχές και τα δάκρυά μας (Ψαλμ. 6,7), η ελεημοσύνη μας (Τωβίτ 4,11) και το να μην οργιζόμαστε και να μην μνησικακούμε (Σοφ. Σειρ. 28,3).[10]

Αυτόν τον δρόμο ακολούθησε η Πανοσία Μαρία η Αιγυπτία, έτσι την έχουμε υπόδειγμα μετανοίας, όπως ψάλαμε και στο Εξαποστειλάριο του Όρθρου.[11] Το παράδειγμά της έχει πολύ μεγάλη σημασία, πρωτού τελειώσει η νηστεία, δηλαδή η σωματική και πνευματική προετοιμασία για την υποδοχή του Σταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού, η Οσία μας δείχνει πόσο φιλάνθρωπος είναι ο Θεός, όταν τα τέκνα του ακόμη και τα πιο αμαρτωλά αφήνουν τη ράθυμη ζωή της αμαρτίας, μετανοούν και ειλικρινά έρχονται να αποθέσουν τον εαυτό τους, μπροστά στην άπειρη αγάπη του Σταυρού Του.[12] Μια πρώην πόρνη, η οποία φεύγοντας δωδεκαετής από τη γονική προστασία, παραδόθηκε στα έργα της αμαρτίας μόνο και μόνο για την ικανοποίηση της σαρκός, χωρίς να δέχεται χρήματα και παρασύροντας, όπως μας λέει ο βιογράφος της, ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων,[13] στα δίχτυα της αμαρτίας πολλούς άνδρες.

Τι έκανε όμως, όταν μια θεία δύναμη την εμπόδισε να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό κατά την Ύψωση Του, στα Ιεροσόλυμα; Μετέτρεψε τον σαρκικό έρωτα σε θεϊκό, νίκησε την αδυναμία της γυναικείας και ανθρώπινης φύσεως, όπως διαβάσαμε στον Οίκο του Όρθρου,[14] σταμάτησε να ζει πια το χάος της αμαρτίας.  Αποκάλυψε το νόημα της αληθινής μετάνοιας και συγνώμης, αποκάλυψε το πόσο απέραντη είναι η αγάπη του Θεού για μας τους αδύναμους και αμαρτωλούς ανθρώπους, το πόσο αναρίθμητοι είναι οι δρόμοι που κατασκευάζει ο Θεός μέσα από την καθημερινότητα της ζωής, για να οδηγήσει τον καθένα μας στην οδό της σωτηρίας, αλλά και με το πόση ταπείνωση, πραότητα και μακροθυμία ετοιμάζει και αναμένει την μετάνοια του καθενός μας.[15] Με προστάτιδα, λοιπόν, και εγγυήτρια την Παρθένο Μαρία, την Παναγία μας εξαφανίζεται για 47 χρόνια στα βάθη της ερήμου, στον χώρο που δεν θεάται και τα επιτεύγματά του δεν επικροτούνται, ούτε χειροκροτούνται από τους ανθρώπους.[16]

Τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια, όπως αποκάλυψε η ίδια στον Αββά Ζωσιμά οι πειρασμοί και οι ενθυμήσεις της αμαρτωλής ζωής της ήταν τόσο πολλές που χτυπούσε το στήθος της δυνατά και έπεφτε κατά γης κλαίγοντας έως ότου την περιέλαμπε ένα γλυκύ φως. Όμως η άσκηση, η βία στον εαυτό μας, η προσευχή και η μετάνοια αποδίδουν πνευματικούς καρπούς. Έτσι έγινε και στην Οσία Μαρία, τρία πράγματα αποκαλύφτηκαν στον Αββά Ζωσιμά βλέποντάς την. Την είδε την πρώτη χρονιά που συναντήθηκαν να προσεύχεται υψωμένη έναν πήχη περίπου πάνω από την γη και του αποκάλυψε τις δυσκολίες που υπάρχουν στο μοναστήρι του, ενώ την δεύτερη χρονιά που πήγε να την κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια, αφότου η Οσία σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον Ιορδάνη ποταμό, την είδε να περπατάει πάνω στα νερά για να τον συναντήσει.

Ο Θεός περιμένει ένα μόνο βήμα από μας και Αυτός θα κάνει δέκα, «ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καί ἐγγιεῖ ὑμῖν» (Ἰακ. 4,8), ένα βήμα έκανε και η Οσία Μαρία, σταμάτησε να αγαπά δηλαδή τα πάθη της και αγάπησε τον Θεό, έτσι κέρδισε τον Παράδεισο. Διότι, Παράδεισος είναι, μας λέει ο Μέγας Βασίλειος,  το εξής: αυτοί που αγαπούν τον Χριστό απ΄ αυτή την ζωή, να μπορούν αιώνια να απολαμβάνουν αυτήν την αγάπη τους. Ενώ η κόλαση έχει να κάνει με τα πάθη μας. Οι άνθρωποι, που δεν αγάπησαν τον Θεό αλλά τα πάθη τους, να μην μπορούν αιώνια να τα απολαμβάνουν, διότι εκεί δεν θα υπάρχει η δυνατότητα ικανοποιήσεως των παθών και αυτό θα τους βασανίζει.[17]

Ποιο είναι εν τέλει το μήνυμα που θέλει η Οσία Μαρία να μας δώσει σήμερα; Το «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰω. 8,11) του Ευαγγελίου, ίσως δεν το διδάχτηκε ποτέ στα 12 της χρόνια στον οικογενειακό και κοινωνικό της περίγυρο. Από τι φαίνεται το συναισθάνθηκε μόνη της. Όμως έβαλε μαχαίρι στα πάθη της, εξομολογήθηκε στον Αββά Ζωσιμά και ζήτησε συγνώμη από τον Θεό. Αυτό ζητά  και από μας σήμερα κι όχι αύριο, να βάλουμε μαχαίρι στα πάθη μας και να τα εξομολογηθούμε.

Δεν σε κατηγορώ ότι έκανες αμαρτίες πολλές και σοβαρές, όχι, άνθρωπος είσαι. Σε κατηγορώ, γιατί δεν εξομολογείσαι, μας λέει ο Όσιος Εφραίμ, ο Κατουνακιώτης, αυτό σε κατηγορώ. Έπεσες; Στον Πνευματικό. Έπεσες; Στον Πνευματικό, όλα στον Πνευματικό. Και η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, πρώτα εξομολογήθηκε.[18] Αμήν!

[1] Μωυσέως Αγιορείτου (Μοναχού), Χριστός χριστιανούς χαρά χαρίζει (Αθωνικά Άνθη 13), εκδ. Τήνος, σσ. 35-38.

[2] Μελετίου Καλαμαρά (Μητροπολίτου Πρεβέζης), Αγιολογία, εκδ. Ιωνάς, σσ. 19-21.

[3] Μωυσέως Αγιορείτου (Μοναχού), ό.π., σσ. 48-49.

[4] Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία ΝΘ΄ «Περί των κατά θείον Βάπτισμα τελουμένων….», ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1986, τόμ. 11, σ. 480.

[5] Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ (Περί μετανοίας), Λόγος 5ος , εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, σσ. 115-116.

[6] Γέροντος Ευσεβίου Γιαννακάκη, Ξεχείλισμα πατρικής καρδίας, εκδ. Ι.Μ. Αγ. Ιωάννου Θεολόγου Αιγιαλείας, σσ. 270-271.

[7] Νικοδήμου Μητροπολίτου Πατρών, Μηνύματα Τριωδίου, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1990, σσ. 317-318.

[8] Αθανασίου Αναστασίου (Αρχιμανδρίτου), Χειραγωγία στη Μετάνοια, εκδ. Ι.Μ. Μεγάλου Μετεώρου 2001, σ. 160.

[9] Τριώδιον, εκδ. Φως, σ. 96.

[10] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Χρυσοστομικός Άμβων (Μετάνοια, Εξομολόγησις, Νηστεία, Θεία Κοινωνία, τομ. ΣΤ΄, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγ. Όρους, σσ. 75-76.

[11] Τριώδιον, εκδ. Φως, σ. 340.

[12] Πάσχου Β.Π., Έρως Ορθοδοξίας, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σσ. 177-178.

[13] Αγίου Σοφρωνίου Ιεροσολύμων, Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, εκδ. Ι.Μ. Γηροκομείου Πατρών, σσ. 27-115.

[14] Τριώδιον, εκδ. Φως, σ. 337.

[15] Αγαθαγγέλου Επισκόπου Φαναρίου, Η ζύμη του Ευαγγελίου, εκδ. Αποστολική Διακονία, σ. 104.

[16] Μωυσέως Αγιορείτου (Μοναχού), Ο Ειρηνοδότης, Ζωοδότης και Φωτοδότης Χριστός, (Αθωνικά Άνθη 11), εκδ. Τήνος, σ. 111.

[17] Συμεών Μεταφραστού, Ηθικοί Λόγοι ΚΔ΄ (εκλεχθέντες εκ πασών των Πραγματειών του εν Αγίοις Πατρός ημών Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας), Λόγος ΙΔ΄(Περί μελλούσης Κρίσεως), PG 32 1300 D.

[18] Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτης, εκδ. Ι. Ησυχαστήριο «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους, σ. 211.

Read 51 times Last modified on Saturday, 24 April 2021 19:16
Top