Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Ο ονομαστός πίνακας του Γερμανού καλλιτέχνη Heinrich Hofmann με τίτλο «Ο Ιησούς στον Κήπο της Γεσθημανή» χρησίμευσε ως πρότυπο για την Εικόνα της «Προσευχής του Χριστού» στο Τέμπλο της Τρυπητής (Τρίτο)

Στά τέλη του 19ου αιώνος μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου

(εποχή κατά την οποία έζησε και φιλοτέχνησε ο Αγιορείτης Ιερομόναχος Αθανάσιος Δανιηλίδης, δημιουργός της Εικόνος της «Προσευχής του Χριστού» που βρίσκεται αναρτημένη ως Βήλο στην Ωραία Πύλη του Τέμπλου του Ιστορικού Ναού της Παναγίας Τρυπητής) οι Αγιογράφοι του καιρού, προκειμένου να φιλοτεχνήσουν τις δικές τους Εικόνες συμβουλεύονταν και αντέγραφαν χάρτινες λιθόγραφες, η κυκλοφορία των οποίων στη χώρα μας ήταν τα χρόνια εκείνα ευρύτατα διαδεδομένη. Επειδή μάλιστα στην Ελλάδα τότε δεν υπήρχε ούτε η τεχνική υποστήριξη ούτε ο κατάλληλος εργαστηριακός εξοπλισμός για την εκτύπωση ανάλογων λιθογραφιών, οι λιθόγραφες Εικόνες είσήγοντο με πυκνότητα από την Ευρώπη όπου κατ’ αποκλειστικότητα παρήγοντο, σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και κυρίως η Γερμανία (για περισσότερες πληροφορίες βλέπε το όγδοο άρθρο μας της παρούσης σειράς, που αναρτήθηκε το Πάσχα του 2018). Η ύπαρξη στον τόπο μας λιθόγραφων Εικόνων από την εποχή εκείνη με επιγραφές στη Ρωσική γλώσσα, φανερώνουν πως η Ρωσία υπήρξε επίσης χώρα παραγωγής ανάλογων εκτυπώσεων.   

 

 

Οι περισσότερες από τις Λιθόγραφες Εικόνες απετελούν τη μεταφορά γνωστότατων πινάκων της εποχής με θέματα θρησκευτικά, που ήσαν φιλοτεχνημένοι από κορυφαίους ευρωπαίους ζωγράφους (κυρίως Ιταλούς, Γάλλους ή Γερμανούς) σε ειδικό χαρτί στο οποίο εκτυπώνονται τα έργα της Χαρακτικής Τέχνης. Κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνος το Κίνημα των Ναζαριστών που εκκολάφτηκε στη Γερμανία και μεταλαμπαδεύτηκε στην Ιταλία καθώς και οι Προραφαηλίτες Ζωγράφοι στην Αγγλία, ευνόησαν τη δημιουργία πινάκων με θέματα θρησκευτικά που συνυπήρξαν στο καλλιτεχνικό στερέωμα της Ευρώπης παραλλήλως προς τα υπόλοιπα είδη ζωγραφικής. Όσοι πίνακες είχαν ως θέμα στιγμιότυπα από τη Ζωή του Χριστού ή από την παιδική Του ηλικία (όπως το τρυφερό θέμα του μικρού Ιησού στο ξυλουργικό εργαστήριο του Ιωσήφ) αλλά και την ίδια τη Μορφή του Κυρίου μεμονωμένη, για πολλές δεκαετίες παρέμειναν στη μόδα. Τα έργα αυτά δε φιλοτεχνήθηκαν ως Αγιογραφίες ή ως Εικόνες αλλά ως πίνακες ζωγραφικής. Κατά συνέπεια, δεν είχαν ως προορισμό την Ιστόρηση Ναών ανά την Καθολική Ευρώπη αλλά την ανάρτησή τους σε Συλλογές Τέχνης ή στα σαλόνια των αστικών και μεγαλοαστικών οικιών.

Οι ευρωπαϊκοί θρησκευτικοί πίνακες ζωγραφικής σύντομα έγιναν στην Ελλάδα ιδιαίτερα γνωστοί και αγαπημένοι λόγω της Κλασικής, Αναγεννησιακής, Ρομαντικής και Ακαδημαϊκής τεχνοτροπίας τους. Οι πίνακες αυτοί συνάντησαν στη χώρα μας την ενθουσιώδη υποδοχή όσων Ελλήνων είχαν το προνόμιο μετά την Επανάσταση και στα πρώτα χρόνια της οργανώσεως του Νέου Ελληνικού Κράτους κατά την Οθωνική Περίοδο να ζούν σε μεγάλα αστικά κέντρα (όπως η Αθήνα, η Πάτρα ή η Ερμούπολη της Σύρου), εκεί που ο Νεοκλασικισμός διαμόρφωσε την αισθητική του περιβάλοντος. Ο Νεοκλασικισμός ως ρεύμα καλλιτεχνικό απλώθηκε στην νεοσύστατη χώρα με την άφιξη του Όθωνος και εκτός άλλων, λειτούργησε και ως μοχλός της ολοσχερούς απομακρύνσεως της Εκκλησιαστικής Τέχνης από τη Μεταβυζαντινή Λαϊκή Εικονογραφία της Ύστερης Τουρκοκρατίας κι απ’ οτιδήποτε θύμιζε Ανατολή. Ο Νεοκλασικισμός συνέβαλε στον προσανατολισμό της Θρησκευτικής Ζωγραφικής του Τόπου μας προς την Αναγεννησιακή, Δυτική και Ευρωπαϊκή Τέχνη.  

Ένας ακόμη λόγος του θαυμασμού των Ελλήνων της εποχής για τους ευρωπαϊκούς θρησκευτικούς πίνακες, ήταν η συνεχής εξοικείωσή τους με τα αντίγραφά τους σε μορφή χάρτινων Λιθόγραφων Εικόνων, που τότε υπήρχαν σε όλους τους Ιερούς Ναούς.

Σήμερα η εξοικείωσή μας με τους πίνακες του είδους, εξακολουθεί να υφίσταται όχι λόγω της παρουσίας των χάρτινων αντιγράφων τους στους κεντρικούς Ιερούς Ενοριακούς Ναούς των πόλεων ή των χωριών της Πατρίδος μας (διότι έχουν καθ’ ολοκληρία απομακρυνθεί από εκεί) όσο από την παρουσία τους στα απομεμακρυσμένα Εξωκκλήσια της ελληνικής υπαίθρου: μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το νεοπαγές κατά την περίοδο εκείνη καλλιτεχνικό, αισθητικό, αρχαιολογικό, ιστορικό και ιστοριοδιφικό ενδιαφέρον διαφοροποίησε την εθνική συλλογική προσέγγιση προς τις παλαιές Εικόνες, οι οποίες εφεξής αντιμετωπίζονταν όχι μόνο ως αντικείμενα ιερά στην υπηρεσία της Θείας Λατρείας αλλά και ως Έργα Τέχνης. Το ενδιαφέρον για τις παλαιές Εικόνες ενεργοποίησε τη μέριμνα των Ιερών Μητροπόλεων και των κατά τόπους Ενοριών για την προστασία των Κειμηλίων που εξακολουθούσαν να βρίσκονται εκτεθειμένα σε Παρεκκλήσια, Εξωκκλήσια και Ερημοκκλήσια. Οδήγησε στην απομάκρυνση των αυθεντικών Εικόνων από τα ερημικά εκκλησάκια και τη διαφύλαξή τους σε Εκκλησιαστικά Μουσεία και στους κεντρικούς Ναούς κάθε Ενορίας και την ταυτόχρονη αντίκατάστασή Τους από άλλες, χάρτινες. Η πρόβλεψη για τη διαφύλαξη των Κειμηλίων Εικόνων σε χώρους ασφαλείς, προέκυψε επίσης από την ανάγκη της αντιμετωπίσεως των αλλεπάλληλων κρουσμάτων κλοπής Τους. Εδώ και πολλά χρόνια στα εξωκκλησάκια και στα ερημοκκλησάκια ανά την ύπαιθρο της Πατρίδος μας, δεν προσκυνούμε πλέον χειροποίητες ζωγραφιστές Εικόνες αλλά ως επί το πλείστον χάρτινα φωτογραφικά και λιθογραφικά αντίγραφα, η παρουσία των οποίων συντηρεί την αγάπη όλων μας για το είδος αυτό.                 

Άλλος σημαντικός παράγοντας που ευνοεί ώστε οι ευρωπαϊκοί πίνακες με τα ποικίλα θρησκευτικά θέματα να εξακολουθούν να παραμένουν στη χώρα μας έως και σήμερα ευρύτατα γνωστοί, είναι οι Αδελφότητες των Θεολόγων «Η Ζωή» και «Ο Σωτήρ», που από την ίδρυσή τους το 1907 και το 1960 αντιστοίχως, στηρίζουν την εκτύπωση και τη διάδοση αναλόγων Εικόνων, λόγω της κλασικότητος της τεχνοτροπίας τους.

 

 

Οι τρείς λιθόγραφες εκδοχές της «Προσευχής του Χριστού» ή όπως επίσης αποκαλείται η Ιερά αυτή Παράστασις της «Αγωνίας του Χριστού», παραμένουν από τις πλέον διαδεδομένες αποτυπώσεις ενός από τα πιο σημαντικά Βήματα της Πορείας προς το Θείον Πάθος. Και στις τρείς εκδοχές ο Κύριος απεικονίζεται με τα Χέρια σε θέση Προσευχής. Στην πρώτη εκδοχή τα Χέρια του Κυρίου βρίσκονται απλωμένα στο βράχο μπροστά Του – πρόκειται για την εκδοχή της Εικόνος του Τέμπλου της Τρυπητής – στη δεύτερη, με τα Χέρια σε ορθή γωνία και στην τρίτη εκδοχή, με τα Χέρια να πλησιάζουν και σχεδόν να ακουμπούν το εναγώνιο Θείο Πρόσωπό Του.

 

 

Και οι τρείς παραπάνω εκδοχές μεταφέρουν στο χαρακτικό χαρτί αντίστοιχες ερμηνείες με σχετικές αποκλίσεις του ιδίου θέματος, που έχει ως εικονογραφική αφετηρία και ως βασικό πρότυπο τον πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Heirich Hofmann (Darmstadt 19 Μαρτίου 1824 – Δρέσδη 23 Ιουνίου 1911). Πρόκειται για το έργο που είχε προ οφθαλμών και αντέγραψε ο δημιουργός της Εικόνος του Τέμπλου της Τρυπητής, Ιερομόναχος Αθανάσιος Δανιηλίδης.

 


Νεανική αυτοπροσωπογραφία του Γερμανού ζωγράφου Heinrich Hofmann φιλοτεχνημένη το 1850, όταν ο καλλιτέχνης διήγε το εικοστό έκτο έτος της ζωής του.

 

Ο Hofmann υπήρξε καλλιτέχνης που παρέμεινε γνωστός για τα πολλά έργα του στα οποία απεικόνισε στιγμιότυπα από τη Ζωή του Ιησού Χριστού, αλλά και την ίδια την Ιερά Μορφή του Κυρίου. Ο πρωτότυπoς πίνακας φιλοτεχνήθηκε από τον Γερμανό Ζωγράφο το 1890. Βρίσκεται στην Αμερική στη Νέα Υόρκη, αναρτημένος στους χώρους της Riverside Church.


Αίγιον, Ιανουάριος 2019

Σπυρίδων Κρητικός, Ζωγράφος

Top