Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Το Ιερό Εξωκκλήσιο του Αγίου Νικολάου του εν Βουναίνοις στο Βουλωμένο Αιγίου – Η Κτητορική Επιγραφή (Όγδοο)

Το κείμενο της Κτητορικής Επιγραφής του Εξωκκλησίου του Αγίου Νικολάου του εν Βουνένοις στο Βουλωμένο Αιγίου εκτείνεται

σε πέντε αράδες. Κάθε αράδα έχει ύψος κατά μέσο όρο, τέσσερα εκατοστά. Από τις αράδες, η πρώτη και η πέμπτη έχουν σμιλευτεί στην αρχική επιφάνεια του μαρμάρου ενώ η δεύτερη, η τρίτη και η τέταρτη, σε ένα επόμενο, υπόσκαφο, βαθύτερο επίπεδο, που εισχωρεί στο μεσαίο τμήμα του μαρμάρινου υποστρώματος. Ο ανώνυμος λιθοξόος στην προσπάθεια να καταστήσει την ανάγνωση του κειμένου της επιγραφής όσο το δυνατόν πιο ευκρινή, καθώς και κάθε στοιχείο της απόλυτα διακριτό, έχει σκάψει και δεύτερο, ακόμη βαθύτερο επίπεδο, στο διάκενο που δημιουργείται από τη μία αράδα στην άλλη κι έχει επίσης χαράξει μία λεπτή γραμμή στο άνω και στο κάτω όριό τους.

 

 

Το κείμενο διατυπώνεται με κεφαλαία στοιχεία τα οποία εμφανίζουν ελαφρά κλίση προς τα δεξιά. Κάθε γράμμα έχει σμιλευτεί ξέχωρα, με την τεχνική που καλείται έξεργη ή άπεργη: το πλάτος δηλαδή του περιγράμματος κάθε στοιχείου (στην Επιγραφή που εξετάζουμε είναι περίπου ενάμισι εκατοστό) διατηρείται στην επιφάνεια του μαρμάρου ενώ το γύρω διάκενο υποσκάπτεται.

Το κείμενο της Επιγραφής έχει ως εξής: «ΤΗ ΔΑΠΑΝΗ / ΚΩΝ. ΑΘΑΝΑ / ΣΗΟΥ. ΕΝ Ε / ΤΗ 1816 / ΕΓΙΟΝ».

Οι ανορθογραφίες που φέρει το κείμενο δε θα πρέπει να μας εκπλήσσουν, καθότι ακολουθούν τον κανόνα της εποχής: οι περισσότερες από τις Επιγραφές που συναντούμε εντοιχισμένες στις προσόψεις των Εκκλησιών (όπως και οι αντίστοιχες Κτητορικές Επιγραφές στις τοιχογραφίες στο εσωτερικό των Ναών) όταν επιχειρούμε να τις αποκρυπτογραφήσουμε, διαπιστώνουμε πως είναι γεμάτες από ανακριβολογίες, ολισθήματα της γλώσσας, φραστικά και γραμματικά λάθη και κάθε είδους εσφαλμένη σύνταξη και σολοικισμούς.

Η ορθογραφική αποκατάσταση της Επιγραφής αποδίδει το κείμενο ως εξής: ΤΗ ΔΑΠΑΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. ΕΝ ΕΤΕΙ 1816. ΑΙΓΙΟΝ.

 

 

Δεν υπάρχει λόγος να καταπιαστούμε με την ιστοριοδιφική εξακρίβωση της ταυτότητας του Κτήτορα του Ιερού Εξωκκλησίου, του Κωνσταντίνου Αθανασίου. Η πρωτοβουλία αυτή θα ήταν μάταιη, καθότι υπάρχουν ελάχιστες και κυρίως ελλειπέστατες ιστορικές πηγές από την προεπαναστατική εκείνη εποχή που έχουν διασωθεί και είναι προσβάσιμες στην έρευνα. Για παράδειγμα, σε ποιο χώρο, σε ποιο Ιστορικό Αρχείο ή σε ποια Βιβλιοθήκη θα μπορούσαμε να κατευθύνουμε την έρευνά μας προκειμένου να διασταυρώσουμε εάν έχουν σχέση με τον Κτήτορα του εκκλησιδίου του Αγίου Νικολάου οι Ιωάννης και Κυριάκος Αθανασίου, τους οποίους εμφανίζει ο Αρίστος Σταυρόπουλος στην σελίδα 475 του Βιβλίου του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΑΙΓΙΟΥ» ως Προεστούς του Καζά της Βοστίτσας κατά τα έτη 1818 και 1823 αντιστοίχως; Το 1816, το έτος της ανεγέρσεως του Αγίου Νικολάου στο Βουλωμένο, ανήκει σε εποχή στην οποία δεν τηρούντο Ληξιαρχικά Αρχεία, Δημοτολόγια ή άλλης μορφής επίσημα έγγραφα. Κι αυτοί ακόμη οι Ενοριακοί Ναοί δε διέθεταν Κώδικες για την καταγραφή της τελέσεως των Ιερών Μυστηρίων. Σε πολλές περιπτώσεις, η αποσαφήνιση ιστορικών γεγονότων που έλαβαν χώρα την εποχή στην οποία έζησε ο Αθανασίου της Επιγραφής, λόγω ελλείψεως γραπτών ή άλλων πηγών, έχει στηριχθεί στις σκόρπιες σημειώσεις που αναλφάβητοι, ανώνυμοι ή μη Ιερείς και Ιεροψάλτες χάραξαν με τον δικό τους τρόπο στις κιτρινισμένες σήμερα σελίδες παλαιότυπων Φυλλάδων, λησμονημένων σε ένα σεντούκι στην πιο απόμερη γωνιά κάποιας παλιάς Εκκλησίας.

Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπ’ όψιν πως ο Αθανασίου του Αγίου Νικολάου έζησε σε εποχή κατά την οποία οι υπόδουλοι Έλληνες δεν κληρονομούσαν το επίθετο που έφεραν αλλά συνήθως το διαμόρφωναν οι ίδιοι, προκειμένου στις μικρές κοινωνίες των χωριών στα οποία ζούσαν, να καταστούν διακριτοί ανάμεσα στους συγχωριανούς τους, πολλοί από τους οποίους έφεραν ίδια ή παρεμφερή επίθετα. Τις περισσότερες φορές για να διαπλάσουν το επίθετό τους οι πρόγονοί μας εκείνοι, χρησιμοποιούσαν το όνομα του πατέρα τους ή το προσωνύμιο με το οποίο είχαν γίνει γνωστοί και στη συνέχεια το επέβαλλαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης και η οικογένειά του: ο πατέρας του (που επίσης είχε διαμορφώσει το επίθετό του) λεγόταν Δημήτριος Τριανταφύλλου, ήταν δηλαδή, ο γιός του Τριαντάφυλλου. Ο αδελφός του Στρατηγού, Γεώργιος, είχε επιλέξει ως επίθετο το Δημητρίου, ήταν δηλαδή ο γιός του Δημήτρη ενώ ο ίδιος ο Στρατηγός, διέπλασε το επίθετό του χρησιμοποιώντας το προσωνύμιο «Μακρύς» που του είχαν προσδώσει επειδή ήταν ψηλός, στην Άρτα, στην οποία έζησε την περίοδο της νεότητάς του.

Οι πιο πάνω συλλογισμοί μας επιτρέπουν να πιθανολογήσουμε πως ο Κωνσταντίνος Αθανασίου της Επιγραφής υπήρξε αδιαμφισβήτητα πρόσωπο που για λόγους οι οποίοι παραμένουν αδιευκρίνιστοι, συνδεόταν με την περιοχή στην οποία ανήγειρε το Εξωκκλήσιο και πως κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε γιός κάποιου, ο οποίος έφερε το όνομα Αθανάσιος.          

 

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει στην Επιγραφή η αναφορά της πόλεώς μας με την ονομασία που είχε κατά την Αρχαιότητα και όχι με την Μεσαιωνική της ονομασία, όπως συνηθιζόταν τότε. Αυτό θα μπορούσαμε εν μέρει να το αποδώσουμε στην «Επανεύρεση της Ελληνικότητας», στην επιστροφή στις «Αρχαίες Ρίζες» και στον αναπροσανατολισμό των Ελλήνων κατά το τέλος του 18ου αιώνα και λίγο πριν την Επανάσταση, προς την Αρχαιότητα. Στη στροφή αυτή συνέβαλλε η εξάπλωση της Διασποράς στην Εσπερία κατά τους ύστερους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η ανάπτυξη του εμπορίου και τα συνεχή ταξίδια των Ελλήνων στη Δύση και στις χώρες της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης, όπου ήρθαν σε επαφή με το Διαφωτισμό. Απότοκο της αρχαιολατρείας υπήρξε και η μόδα που επικράτησε στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, της ονοματοδοσίας των παιδιών κατά το Ιερό Μυστήριο της Βαπτίσεως με ονόματα αρχαία. Η μόδα εκείνη οδήγησε τον Πατριάρχη Άγιο Γρηγόριο τον Ε΄ να εκδώσει το 1819 τη γνωστή Εγκύκλιο στην οποία επεσήμαινε, πως: «….η κατά καινοτομίαν παρά ταύτα εισαχθείσα των παλαιών ελληνικών ονομάτων επιφώνησις εις τα βαπτιζόμενα βρέφη των πιστών, ως ηκούσαμεν, λαμβανομένη ως μία καταφρόνησις της χριστιανικής ονοματοθεσίας, είναι διόλου απροσφυής και ανάρμοστος....» και καθοδηγούσε τους κατά τόπους Επισκόπους όπως: «….η Αρχιερωσύνη σας να διαδώσητε παραγγελίας εντόνους εις τους Ιερείς των ενοριών σας και νουθεσίας πνευματικάς δια να λείψη τουντεύθεν και η κατάχρησις αύτη, οι γονείς και ανάδοχοι να ονοματοθετώσιν εις το εξής τα ειθισμένα ταις ευσεβέσιν ακοαίς πατροπαράδοτα χριστιανικά ονόματα των εγνωσμένων τη Εκκλησία και των ενδόξως υπ’ αυτής εορταζομένων Αγίων…».

Αίγιον, τέλη Ιουνίου 2019

Σπυρίδων Κρητικός, Ζωγράφος

Top