Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε …..». Περιγραφή του θέματος της Εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που φυλάσσεται σε Ναό ημιορεινού χωριού της Ιεράς Μητροπόλεώς μας. (Τρίτο)

Οι αλλεπάλληλοι ενθουσιασμοί που μου προκαλούν τα πολλά και ποικίλα καλλιτεχνικά και ιστοριοδιφικά ζητήματα τα οποία προκύπτουν από την παρατήρηση

και τη μελέτη των αναρίθμητων Εκκλησιαστικών Κειμηλίων του πολυαγαπημένου τόπου της ιδιαίτερης πατρίδας μας και της Ιεράς μας Μητροπόλεως όπως και η εκάστοτε επικαιρότητα των ημερών, με συμπαρασύρουν σε συνεχή περιδίνηση από ενότητα σε ενότητα, με επίπτωση να αφήνω τις εκάστοτε δημοσιεύσεις και τις εκάστοτε αναρτήσεις που επιχειρώ, προσωρινά ανολοκλήρωτες. Γι’ αυτό οφείλω να ενημερώσω τους αγαπητούς μου αναγνώστες πως ο κύκλος των δημοσιεύσεων με τις πρόσφατες μαρτυρίες σχετικά με τη νεότερη ιστορία της Παναγίας μας Τρυπητής, καθώς και ο κύκλος με τις δημοσιεύσεις για τον Άγιο Νικόλαο το Νέο τον εν Βουνένοις στο Βουλωμένο που παραμένουν ημιτελείς, θα οδηγηθούν στο τελείωμά τους μετά την ολοκλήρωση των αναρτήσεων για τη σπάνια Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που ξεκίνησαν κατά τον παρελθόντα μήνα, όταν είχαν το χαρακτήρα του επίκαιρου.

Στους κόλπους της Ορθοδόξου Ανατολικής Εικονογραφικής Παραδόσεως η Αγία Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αποτελεί Ιερά Παράσταση από τις πλέον πολυπρόσωπες, με Μορφές να περιπλέκονται και να πρωταγωνιστούν σε ποικίλα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα επεισόδια που βρίσκονται σε αρμονική συμπαράθεση με εξ’ ίσου πρωτεύοντα και δευτερεύοντα ανεκδοτολογικά στοιχεία. Η μορφοποίηση του εικονογραφικού αυτού σχήματος παρατηρείται στις μεταβυζαντινές Εικόνες της Κρητικής Σχολής με αλλεπάλληλες διαφοροποιήσεις που χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, οι καταβολές των οποίων απορρέουν από όψιμα παλαιολόγεια έργα του πρώτου μισού του ίδιου αιώνα, φιλοτεχνημένα ως επί το πλείστον στην Κρήτη. Αντίθετα προς την καθιερωμένη τυπολογία του θέματος της Ιεράς Παραστάσεως της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που συμπεριλαμβάνει πλήθος δευτερεύοντα επεισόδια, η Εικόνα του ημιορεινού χωριού της Μητροπόλεώς μας εκτός από τις τεχνικές, τεχνουργικές και καλλιτεχνικές αρετές με τις οποίες Την προίκισε ο κορυφαίος δημιουργός Της τις οποίες περιγράψαμε στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις μας, χαρακτηρίζεται από αφαίρεση και απάλειψη κάθε δευτερεύοντος στοιχείου.

 

 

Ωστόσο, όπως σε όλες τις παγιωμένες απεικονίσεις της Κοιμήσεως ομοίως και στην παρούσα Εικόνα, δύο Μορφές ξεχωρίζουν: ο Χριστός και η Παναγία Μητέρα Του, που απεικονίζονται στο κέντρο της συνθέσεως. Ο Κύριος, με το ηγεμονικό και ευθυτενές παράστημά Του απεικονίζεται στο μέσον της Παραστάσεως στον κατακόρυφο άξονα της συνθέσεως, σε κλίμακα μεγαλύτερη από εκείνη των υπολοίπων προσώπων. Έχει το Σώμα Του μετωπικό προς το θεατή της Εικόνος και το Πρόσωπό Του προς τα αριστερά, καθώς το στρέφει προς το άψυχο Πρόσωπο της Παναγίας Μητρός Του. Βαστά με την Αριστερά που είναι καλυμμένη από το πορτοκαλόχρωμο ιμάτιο που φορά τη Ψυχή της Παναγίας που αποδίδεται με τη μορφή σπαργανωμένου βρέφους με τα χέρια σταυρωμένα ενώ με τη Δεξιά, ευλογεί. Δορυφορείται από δύο σεβίζοντες Αγγέλους που έχουν αποδοθεί με μονοχρωμία, οι οποίοι, με επίσης καλυμμένα τα Χέρια από τα ενδύματά Τους, αναμένουν να παραλάβουν με τη σειρά τους τη Ψυχή της Παναγίας.

 

 

Ενδιαφέρον εικαστικό κατάλοιπο που προσδίδει περαιτέρω πλαστικό πλούτο στην Εικόνα αποτελεί η διάλιθος χρυσή ταινία του ποταμού στο εσωτερικό ένδυμα του Αγγέλου, στα αριστερά.                            

 

 

Στην Εικόνα δεσπόζει η νεκρική κλίνη στην οποία αναπαύεται το Θεομητορικό Σκήνωμα. Το Ιερό Λείψανο της Παναγίας δεν εκτείνεται σε στρωμνή όπως συνηθίζεται στις περισσότερες ομοειδείς Παραστάσεις παρά σε ολόλευκο ύφασμα δίχως διακοσμήσεις το οποίο καλύπτει απ’ άκρου σε άκρο την κλίνη. Οι αναδιπλώσεις στην ποδέα του υφάσματος έχουν σχηματοποιημένες επαναλαμβανόμενες γραμμικές πτυχώσεις στο μοτίβο του τριγώνου ενώ η άνω και η κάτω παρυφή του διακοσμείται με διάλιθες ταινίες, με λίθους που φέρουν εναλλάξ πράσινο και κόκκινο χρώμα.

Η συνθετική δομή της Εικόνας οργανώνεται με θεμέλιο τους δύο κεντρικούς άξονες όπως προαναφέραμε - κάθετο και οριζόντιο - που διατυπώνονται σε σταυρική διάταξη. Τον κάθετο άξονα ορίζει η Θεία Μορφή του Χριστού ενώ τον οριζόντιο, το Σκήνωμα της Πάναγνης Μητέρας Του.

Εκατέρωθεν του κάθετου άξονα (όπου η Μορφή του Χριστού) και της νεκρικής κλίνης, αναπτύσσεται ο όμιλος των Αγίων Αποστόλων και των Ιεραρχών κατανεμημένος σε δύο πυκνές ομάδες, με πέντε Αποστόλους και έναν Ιεράρχη η αριστερή και έξι Αποστόλους και δύο Ιεράρχες αντιστοίχως, η δεξιά. Η σύμμετρη και ισόρροπη διάταξη Αποστόλων και Ιεραρχών με την ανταποδοτικότητα των στάσεων και των κινήσεών Τους, συμβάλλει στην ανάδειξη της κεντρικής φιγούρας του Χριστού.

Η διακριτικά θλιμμένη έκφραση στα Πρόσωπα των Αποστόλων και οι συγκρατημένες χειρονομίες Τους αποτυπώνουν με αξιοπρέπεια τη  συμμετοχή Τους στο πένθος και την εσωτερική συντριβή που Τούς διακατέχει.  Πίσω από τη θλίψη Τους ωστόσο, διαφαίνεται η ελπίδα της Αναστάσεως.

 

 

Επικεφαλής των δύο ομίλων των Αποστόλων προεξάρχουν οι Πρωτοκορυφαίοι, ο Πέτρος στα αριστερά και ο Παύλος στα δεξιά. Είναι οι μόνοι οι οποίοι στη σύνθεση απεικονίζονται ολόσωμοι. Εμφανίζονται σε θέση τιμητική, στο πρώτο πλάνο, στα άκρα της νεκρικής κλίνης. Με τη σεβίζουσα στάση Τους - χαρακτηριστική του πένθους και της συντριβής - και τις χειρονομίες της οδύνης, υπογραμμίζουν τη θρηνητική παρουσία του Ιερού Λειψάνου της Θεομήτορος. Στην Εικόνα ο Απόστολος Πέτρος φέρει την πατροπαράδοτη αμφίεση με την οποία συνήθως απεικονίζεται (μπλε εσωτερικό ποδήρη χιτώνα με ποταμό και ιμάτιο ώχρινο) ενώ σε ότι αφορά τον Απόστολο Παύλο ο δημιουργός του έργου καινοτόμησε απεικονίζοντάς Τον όχι με κόκκινο ιμάτιο, κατά το σύνηθες αλλά με γκρι - μπλε σε γλυκύτατη ψυχρή απόχρωση που αντιπαραβάλλεται παραπληρωματικά με το θερμό τόνο της ώχρας στην περιβολή που φέρει απέναντί Του, ο Απόστολος Πέτρος.

 

 

Ένα ακόμη Πρόσωπο η παρουσία του οποίου προβλέπεται στο εικονογραφικό πρόγραμμα της Κοιμήσεως προβεβλημένη και στο οποίο επιφυλάσσεται ιδιαίτερη τιμή μετά από εκείνη των Πρωτοκορυφαίων Πέτρου και Παύλου, είναι αυτό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στο σπίτι του οποίου έζησε κατά τις Ιερές Γραφές η Θεοτόκος μετά την Πεντηκοστή, όπου και ετελεύτησε. Στην πλειονότητα των Εικόνων της Κοιμήσεως προκειμένου η φιγούρα του Αγίου Ιωάννου να καταστεί ιδιαιτέρως διακριτή ο «αγαπημένος μαθητής» (είτε στα αριστερά είτε στα δεξιά της συνθέσεως) σε προχωρημένη ηλικία με κατάλευκη γενειάδα, σκύβει με βαθιά οδύνη στη νεκρική κλίνη την οποία ακουμπά - μόνο αυτός - με την παλάμη ενώ με το έτερο χέρι κρατά με συντριβή την παρειά Του. Στην Εικόνα μας ο Άγιος (στα δεξιά της συνθέσεως πίσω από τη φιγούρα του Παύλου και δίπλα σε αυτήν του Ιεροθέου Αθηνών) απεικονίζεται όχι σε προχωρημένη αλλά στη μέση ηλικία, με την πατροπαράδοτη χρωματολογία της ενδύσεώς του (όπως αποδίδεται και στο πλήθος των Εικόνων των εκκλησιών της Χώρας της Πάτμου και του Εικονοφυλακίου της Ιεράς  Μονής) με ψυχρή μπλε απόχρωση κατά το εσωτερικό Του ένδυμα και θερμή βιολέ κατά το εξωτερικό. Στην Εικόνα μας ο Άγιος Ευαγγελιστής είναι ο μόνος εκ των Ιερών Μορφών της συνθέσεως που κρατά το Πρόσωπό Του σε μία ακραία έκφραση απελπισίας και στεναγμού, με σκοπό να τονισθεί η ιδιαίτερη πνευματική σχέση του με τη Μητέρα του Κυρίου.              

Στην επόμενη ανάρτησή μας θα ολοκληρώσουμε την περιγραφή του θέματος της Εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με την ταυτοποίηση των υπολοίπων Ιερών Μορφών των Αγίων Αποστόλων, Ευαγγελιστών και Ιεραρχών που εμφανίζονται.

      

Αίγιον, Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Σπυρίδων Κρητικός, Ζωγράφος 

Top