Σπυρίδωνος Κρητικού,Ζωγράφου:«Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες..».Ταυτοποίηση των Ιερών Μορφών των Αγίων Αποστόλων και των Ιεραρχών στη σπουδαία Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που φυλάσσεται σε Ναό ημιορεινού χωριού της Ιεράς Μητροπόλεώς μας

Όπως επισημάναμε στην προηγούμενη ανάρτησή μας, στους κόλπους της Ορθοδόξου Ανατολικής Παραδόσεως η Ιερά και Αγία Παράσταση της Κοιμήσεως

της Θεοτόκου αποτελεί Εικόνα στην οποία προβάλλονται πρωτίστως και με ισότιμο λόγο οι Πρωτοκορυφαίοι των Αποστόλων Πέτρος και Παύλος ενώ ξεχωριστά προβάλλεται ο «αγαπημένος Μαθητής», ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος.

 

 

 

Όπως στις περισσότερες Εικόνες με την Κοίμηση ομοίως και σε αυτήν που αναλύουμε, ο χορός των Αποστόλων και των Ιεραρχών συνωθείται σε δύο πυκνές και συμπαγείς ομάδες εκατέρωθεν της κεντρικής φιγούρας του Κυρίου και του Ιερού Λειψάνου της Πανάγνου Μητρός Του, με έξι πρόσωπα να εμφανίζονται στην αριστερή ομάδα (πέντε Απόστολοι και ένας Ιεράρχης) και οκτώ στη δεξιά (έξι Απόστολοι και δύο Ιεράρχες). Κατά την Απόκρυφο Αποστολική Παράδοση στην Κοίμηση παρευρέθηκαν τέσσερις Ιεράρχες, ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο Ιερόθεος Αθηνών, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Τιμόθεος Εφέσου. Στην Εικόνα μας απεικονίζονται οι τρείς εξ αυτών. Παραλείπεται ο Τιμόθεος Εφέσου. Φέρουν και οι τρείς αρχιερατική αμφίεση με αρχαϊκά φελόνια και ομοειδή λευκά ένσταυρα ωμοφόρια.

 

 

Στην αριστερή ομάδα από κάτω προς τα πάνω, διακρίνουμε την ολόσωμη φιγούρα του Αποστόλου Πέτρου να θυμιάζει. Τα ενδύματά του φέρουν τη γνωστή χρωματολογία με την οποία πάντοτε απεικονίζεται (ιμάτιο μπλε χρώματος και χιτώνα στο χρώμα της ώχρας). Πίσω του, ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας σε γεροντική ηλικία με λευκή διχαλωτή γενειάδα ακουμπά με το αριστερό χέρι το πρόσωπό του ως έκφραση της ακραίας οδύνης του, κίνηση που είναι αντίστοιχη με αυτήν του Αποστόλου Ευαγγελιστή Ιωάννη στη δεξιά πλευρά της Εικόνας.

 

 

Πίσω και δεξιά από τον Απόστολο Ανδρέα προβάλλεται η γεροντική Μορφή του Αγίου Ιεράρχου Ιακώβου του Αδελφοθέου, με πλούσια λευκή κόμη και γενειάδα μεσαίου μεγέθους. Βαστά ανοικτό χονδρό κώδικα στις λευκές σελίδες του οποίου διαβάζουμε την αρχή του αγιογραφικού χωρίου από το κατά Λουκά Ιερό Ευαγγέλιο (α΄ 39-49, 56), τη συνέχεια του οποίου διακρίνουμε στον ανοιχτό κώδικα που κρατεί στην απέναντι ομάδα ο Άγιος Ιεράρχης Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Ο ανώνυμος αγιογράφος έχει αποτυπώσει στην Εικόνα το κείμενο σε μικρογράμματο γραφή με μαύρο χρώμα. Ο χαρακτήρας των στοιχείων όπως και ο χαρακτήρας του πρωτογράμματος σε κόκκινο χρώμα στην αρχή του κειμένου, φανερώνουν πως ο καλλιτέχνης είχε προ οφθαλμών παλαιότυπο Τετραβάγγελο εκτυπωμένο σε κάποια από τις Παροικίες των Ελλήνων που ήκμασαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην Εσπερία. Πιθανότατα να είχε εκτυπωθεί σε κάποιον από τους Εκδοτικούς Οίκους (Νικολάου του Γλυκέως, Αντωνίου Βόρτολη, Πάνου Θεοδοσίου;) που λειτούργησαν στη Βενετία υπό την προστασία του εκάστοτε Μητροπολίτου Νέας Φιλαδελφείας και οπωσδήποτε, της Ελληνικής Παροικίας του Αγίου Γεωργίου. Ο αγιογράφος μας ωστόσο αντέγραψε το κείμενο με σολοικισμούς και πολλά ορθογραφικά λάθη. Το μεταφέρουμε όπως έχει στην Εικόνα: «Εν ταις ημέ/ρες εκείναις / αναστάσα / μαριάμ ε/πορεύθη εις / την οιροινην / μετά σπουδής // οις πόλιν ι/ούδα και ει/σήλθ(εν / εις τον οίκ)ον / ζ(αχαρί/ου και η(σπάσατ)ο Την ….». Το κατά Λουκά Κείμενο συνεχίζεται όπως αναφέραμε πιο πάνω στον κώδικα που βαστά στην Εικόνα απέναντι, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ως ακολούθως: «Και εγένε/το ως ήκου/σεν η Ελι/σαβετ τον / ασπασμόν // της Μαρί/ας εσκίρ/τησε το βρέφος εν / τη κοιλί/α αυτής….». Θα πρέπει να σημειωθεί πως ο άτεχνος τρόπος με τον οποίο ο αγιογράφος έχει αποτυπώσει το χωρίο στους δύο κώδικες, έρχεται σε αντίθεση με την υψηλή ποιότητα της ζωγραφικής που εμφανίζει ο χρωστήρας του στα υπόλοιπα σημεία της Εικόνας.

 

 

 

Πίσω από τον Άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο πυργώνονται τρείς φιγούρες Αποστόλων με πρώτο τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος αναγνωρίζεται από το ξυρισμένο τριχωτό στην κορυφή της κεφαλής Του σε σχήμα στρογγυλό, χαρακτηριστικό που συνοδεύει τη μορφή του σε κάθε απεικόνισή του. Στα αριστερά τού Αποστόλου Λουκά διακρίνεται το αγένειο, νεανικό πρόσωπο του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου ο οποίος σε μία ακραία δραματική κίνηση που εκφράζει την οδύνη που τον διακατέχει, στρέφει την κεφαλή προς τα άκρα της συνθέσεως δημιουργώντας αίσθηση ασφυξίας ενώ υψώνει το καλυμμένο από τον πορφυρό χιτώνα που φορά χέρι του για να σκουπίσει με αυτό τα δάκρυά του. Ο αριστερός όμιλος ολοκληρώνεται με την παρουσία του γέροντος και ασπρογένη Αποστόλου Σίμωνος του Ζηλωτού του επιλεγομένου Κανανίτου, το πρόσωπο του οποίου προβάλλεται ανάμεσα από τις μορφές του Λουκά και του Φιλίππου.

Στις προβεβλημένες παρουσίες των Αγίων Παύλου και Ιωάννου του Θεολόγου με τις οποίες εγκαινιάζεται στην Εικόνα ο δεξιός όμιλος των Αποστόλων, έχουμε ήδη αναφερθεί. Πίσω δεξιά από τον Παύλο, με ενδύματα στα ίδια χρώματα με εκείνα του Πέτρου στην απέναντι πλευρά, ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος κατευθύνει το αριστερό του χέρι προς τη Θεοτόκο, ως έκφραση της βαθιάς λύπης του.

 

 

Ανάμεσα στις μορφές του Ματθαίου και του Ιωάννου του Θεολόγου προβάλλεται η Μορφή του Αγίου Ιεροθέου Επισκόπου Αθηνών, ο οποίος φέρει αρχιερατική αμφίεση και θυμιάζει το Ιερό Λείψανο της Παναγίας με κατζίο. Πάνω από το τόξο που σχηματίζουν οι μορφές του Ιωάννου του Θεολόγου, του Ιεροθέου και του Ματθαίου, ο αγιογράφος τοποθέτησε τον Απόστολο Βαρνάβα.

 

 

Ο καλλιτέχνης πρόβλεψε να δώσει περισσότερο χώρο στη φιγούρα τού μετέπειτα Πολιούχου και Ιδρυτού της Εκκλησίας της Κύπρου απεικονίζοντάς τον μέχρι τη μέση σχεδόν, με σκοπό να του δοθεί η ευχέρεια να εικονογραφήσει το δεξί του χέρι με την εκφραστικότατη κίνηση με την οποία τον απαθανάτισε, ένδειξη του εσωτερικού πόνου που διακατέχει τον Απόστολο. Όπως ο Απόστολος Φίλιππος στην απέναντι ομάδα, ομοίως και ο Βαρνάβας σε μία ηθελημένη κίνηση στρέφεται προς το δεξιό άκρο της συνθέσεως και με το κεφάλι του σχεδόν ακουμπά το περίγραμμα της Εικόνας, σα να θέλει να αποδράσει από το χώρο στο περιβάλλον του οποίου εξελίσσεται το δραματικό γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Σε μία πρώτη προσέγγιση θα νόμιζε κανείς πως το βλέμμα του Βαρνάβα αναζητά να διασταυρωθεί με εκείνα των πιστών προσκυνητών της Εικόνας, σε μία δεύτερη ωστόσο πιο προσεκτική παρατήρηση γίνεται φανερό πως το βλέμμα του Αποστόλου πλανάται αφηρημένο, σα να έχει απορροφηθεί από το πλήθος των μελαγχολικών σκέψεων και των θλιβερών συναισθημάτων του.

 

 

 

Το ανάπτυγμα της ομάδας των Αποστόλων στο δεξιό τμήμα της Εικόνας ολοκληρώνεται με τις παρουσίες του Ευαγγελιστού Μάρκου και του Βαρθολομαίου, που είναι ο μόνος εξ όσων παρευρίσκονται στην ιερά σκηνή ο οποίος ατενίζει τον προσκυνητή κατ’ ευθείαν στα μάτια. Τα πρόσωπα του Βαρνάβα, του Μάρκου και του Βαρθολομαίου σχηματίζουν τόξο στο σχήμα της αγκύλης που πλαισιώνει σα φωτοστέφανο το πρόσωπο του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου δίπλα, με τη λευκή κόμη και την οξύληκτο γενειάδα.           

Στο άνω τμήμα της Εικόνος η σύνθεσις ολοκληρώνεται με την παρουσία ροδόλευκου κτηρίου που καταλήγει σε δύο πυργόσχημα δώματα που συμβολίζουν τις πόλεις Βηθλεέμ και Ιεροσόλυμα, όπου αντιστοίχως έλαβαν χώρα τα Ιερά Γεγονότα της Γεννήσεως του Κυρίου και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

(Συνεχίζεται)

Αίγιον, Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Σπυρίδων Κρητικός, Ζωγράφος

Top