Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Ο θαυμασμός για την Εικόνα της «Προσευχής του Χριστού» στην Παναγία Τρυπητή μετά τη Θεία Λειτουργία την Κυριακή 14 Οκτωβρίου1934 (Όγδοο)

Η Εικόνα της «Προσευχής του Χριστού» που όπως είδαμε στα προηγούμενα άρθρα μας θέρμανε τις καρδιές των Αιγιωτών και πυροδότησε

την έμπνευση των Αγιογράφων του καιρού εκείνου, θα ήταν ποτέ δυνατό να μη μαγέψει και αυτά τούτα τα πρόσωπα όσων υπηρετούσαν στην Τρυπητή, τους Ιερείς, τους Ιεροψάλτες και τους Νεοκώρους (όλοι τους άγνωστοι σήμερα στους πολλούς - σκιασμένοι από το σκότος της λήθης) που προσέφεραν τα χρόνια εκείνα τους καθημερινούς τους κόπους στη Χάρη Της, διακονώντας το Ναό Της από το πρωί μέχρι το βράδυ; Ας ανάψουμε ένα τόσο δα μικρό κεράκι, ας το πλησιάσουμε στα πρόσωπά τους κι ας τους επαναφέρουμε (έστω για λίγο) στο φως, ως ελάχιστο Μνημόσυνο στη Μνήμη τους. Αναφερόμαστε στους Εφημερίους Ηλία Καψιώτη και Αναστάσιο Σπυρόπουλο, στους Πρωτοψάλτες Δημήτριο Μαυρόπουλο και Γεώργιο Κηπουργό, στον Λαμπαδάριο Κωνσταντίνο Πετράκη αλλά και στον επί πολλά έτη Νεωκόρο του Ιερού Προσκυνήματος, τον Μιχαήλ Λιναρδόπουλο.

 

 

Μετά την Απόλυση της Θείας Λειτουργίας της Κυριακής 14 Οκτωβρίου 1934 (ήταν η πρώτη Κυριακή μετά από την ανάρτηση της νέας Εικόνας στο Τέμπλο), τους φανταζόμαστε να συγκεντρώνονται όλοι μπροστά από την Ωραία Πύλη για να θαυμάσουν την «Προσευχή του Χριστού». Καθ’ ένας τους είχε κάτι επαινετικό να πεί για την Εικόνα.

 

 

Ο μακαριστός Πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Σπυρόπουλος ή «Καψοκαλύβας» (Μαμουσιά 1871 – Αίγιον 4 Οκτωβρίου 1940 ή 1942) διακόνησε στην Τρυπητή από τις 13 Ιουνίου 1931 έως την ημέρα του θανάτου του. Μέχρι τον Απρίλιο του 1934 υπήρξε Βοηθός Εφημέριος στο Ιερό Προσκύνημα υπό τις οδηγίες των Συλλειτουργών του Ηλία Καψιώτη και Κωνσταντίνου Φιλλιπακόπουλου ενώ μετά την αποχώρηση τού τελευταίου τον μήνα εκείνο, συνέχισε να υπηρετεί ως Εφημέριος δίπλα στον Ηλία Καψιώτη. Ο Αναστάσιος Σπυρόπουλος το πρωινό της Κυριακής εκείνης, βεβαίωνε τους υπολοίπους πως η τέχνη του Δανιηλίδη ζωντάνευε αναμνήσεις που είχε βαθιά φυλαγμένες στην ψυχή του από τις νεοκλασικές Εικόνες (κάποιες από αυτές Αγιορείτικες) που κοσμούν το μαρμαρόγλυπτο Τέμπλο της εκκλησίας του χωριού της Μαμουσιάς στο οποίο γεννήθηκε, από την εποχή που ως «παπαδάκι» στεκόταν με τις ώρες μπροστά Τους, Τις παρατηρούσε και Τις θαύμαζε.

 

 

Δίπλα στον Αναστάσιο Σπυρόπουλο ο Δημήτριος Μαυρόπουλος (Κωνσταντινούπολη 1892 – Αίγιον 1η Μαρτίου 1976) θαύμαζε κι αυτός την «Προσευχή», που του θύμιζε ανάλογες Εικόνες που προσκυνούσε ως παδί και ως νέος στη γενέτειρά του, την Πόλη. Ο Μαυρόπουλος είχε όμως τους δικούς του λόγους να είναι συγκινημένος την ημέρα εκείνη, γιατί ο θρύλος αυτός της Αιγιώτικης Ψαλτικής Τέχνης που συνέδεσε το όνομά του με την Προπολεμική Τρυπητή, ο γλυκύτατος αυτός άνθρωπος που το εκκλησίασμα της Παραλίας τον αποκαλούσε χαϊδευτικά «κυρ Δημητρό» και που από τον Σεπτέμβριο του 1927 είχε προσφέρει τη φωνή του στην Παναγία ως Πρωτοψάλτης, η Κυριακή εκείνη ήταν η τελευταία του στην Τρυπητή, μετά από επτά έτη συνεχούς ψαλτικής παρουσίας μπροστά από το Θρόνο Της. Την ημέρα εκείνη (14 Οκτωβρίου 1934) παρέδιδε τα ψαλτικά σκήπτρα στον διάδοχό του Γεώργιο Κηπουργό ενώ ο ίδιος ανηφόριζε για το Ναό των Εισοδίων για να σταθεί (όπως πάντοτε) στο Δεξιό Ψαλτήριο και να αντιφωνήσει τις δύο σεβάσμιες μορφές, του Πρωτοπρεσβυτέρου Ανδρέα Λουκόπουλου [Αράχωβα (Κρήνη) Αιγιαλείας 1904 – Αίγιον 1997] στο Άγιο Βήμα και στο Αριστερό Αναλόγιο απέναντί του, εκείνη του διδασκάλου Δημητρίου Διαμαντόπουλου (Αίγιον 1876 – 13 Φεβρουαρίου 1962).

 

 

Ο Δημήτριος Μαυρόπουλος διέθετε καλλιέργεια και βαθιές μουσικές γνώσεις. Αποτύπωσε την αγάπη του για την Βυζαντινή Ψαλτική Τέχνη σε τρία πονήματα που συνέγραψε: «Τα Θεωρητικά της Μουσικής», την «Μέλισσα» αλλά και νωρίτερα από αυτά, τη «Μέθοδο της Πρακτικής και Θεωρητικής Διδασκαλίας της Εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής προς χρήσιν μαθητευομένων Ιεροψαλτών Ιερατικών Σχολών και παντός φιλομούσου», σε Έκδοση του 1966 εκτυπωμένη στο Αίγιον. Στην Προμετωπίδα του έργου ο συγγραφέας αυτοπαρουσιάζεται ως: «…εκ Κωνσταντινουπόλεως Πρωτοψάλτης επι πεντηκονταετίαν Πτυχιούχος του Εθνικού Ωδείου, Μουσικοσυνθέτης και Εκτελεστής».

 

 

 

Το μεγάλο για την εποχή χρηματικό ποσό των 4.500 χιλιάδων δραχμών που κατέβαλαν γενναιόδωρα οι άνθρωποι της Τρυπητής στον Αγιορείτη Ιερομόναχο για τη φιλοτέχνηση της «Προσευχής», εμφανίζεται ως «Έξοδο», στην 15η σελίδα των «Πληρωμών» στο «Βιβλίο Ταμείου Διαχειριστού 1933 - 1935» του Ναού, 17η καταχώρηση κατά σειρά, συμπληρωμένη από την πένα του Αναστασίου Σπυροπούλου με ημερομηνία 4ης Οκτωβρίου 1934 και με Αριθμό Εντάλματος Πληρωμής 56, ως εξής: «Στεφ. Δανιηλίδην αξία εικόνος Χριστού / προσευχομένου – 4.500»

 

 

 

Επτά ημέρες μετά την απόδοση στον Αγιορείτη Αγιογράφο Στέφανο Δανιηλίδη της αμοιβής του για τη φιλοτέχνηση της «Προσευχής του Χριστού», στις 11 Οκτωβρίου 1934 ο Ιερός Ναός θα καταβάλει το ποσό των εκατόν ογδόντα δραχμών στο σαραντάχρονο τότε ξυλουργό «Δ(ημήτριο) Κοκκινόπουλον δια τοποθέτησιν / ωραίας πύλης». Η καταχώρηση έχει γίνει με την πένα πάντοτε του Εφημερίου Αναστασίου Σπυροπούλου, δεύτερη κατά σειρά, στην 14η σελίδα «Πληρωμών» του ως άνω «Βιβλίου Ταμείου Διαχειριστού 1933 – 1935», με Αριθμό Εντάλματος Πληρωμής 61.

 

 

Στις υποχρεώσεις που ανέλαβε ο μαραγκός Δημήτριος Κοκκινόπουλος που σχετίζονται με την τοποθέτηση στο Τέμπλο της Τρυπητής της «Προσευχής», περιλαμβάνετο κατ’ αρχάς η επικόληση του καμβά πάνω στον οποίο ζωγραφίστηκε το έργο στην επιφάνεια ξυλίνου υποστρώματος. Ο Κοκκινόπουλος προσάρμοσε με γόμφους λεπτή σανίδα «θαλάσσης» πάχους πέντε χιλιοστών σε τελάρο που κατασκεύασε από ξύλο λεύκας με διαστάσεις 2Χ5 εκατοστά το οποίο φέρει στο μέσον μία οριζόντιο τρέσα. Στην επιφάνειά του επικόλησε με επιμέλεια τον μουσαμά της Εικόνας. Στη συνέχεια τοποθέτησε στο άνω περίγραμμα του τελάρου δύο τροχαλίες ώστε η διαδρομή της Εικόνας από τα αριστερά προς τα δεξιά και αντίθετα να καθίσταται εφικτή και με τον τρόπο αυτό να καλύπτεται το κενό που δημιουργεί το άνοιγμα της Ωραίας Πύλης όταν δεν τελείται Ιερά Ακολουθία. Η κάπως χονδοειδής και ερασιτεχνική απομίμηση παριανού μαρμάρου στην όπισθεν όψη του τελάρου με «νερά» σε γεώδεις παστέλ αποχρώσεις της ώχρας και του χονδροκόκκινου, έχουν φιλοτεχνηθεί κατά πάσα πιθανότητα από το χέρι του ιδίου του Κοκκινόπουλου ή από το χέρι κάποιου αυτοδίδακτου επιγραφοποιού της εποχής εκείνης, όπως ο Ζήσιμος Λίβας (Λόγγος Αιγιαλείας; - 1962).       

 

Αίγιον, Απρίλιος 2019

Σπυρίδων Κρητικός, Ζωγράφος

Read 428 times Last modified on Friday, 29 March 2019 10:55
Top