Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Το Ιερό Εξωκκλήσιο του Αγίου Νικολάου του εν Βουναίνοις στο Βουλωμένο Αιγίου – Η Κτητορική Επιγραφή (Έβδομο)

Σε απόσταση δέκα τεσσάρων εκατοστών επάνω από το οριζόντιο περίγραμμα του ανοίγματος της δυτικής πύλης του Ναού

μέσα σε ρηχό τετράγωνο φάτνωμα με διάσταση κάθε πλευράς είκοσι εννέα εκατοστά, διακρίνεται η Κτητορική Επιγραφή η οποία απαθανατίζει τον Κτήτορα και το έτος της ανεγέρσεως της εκκλησίας. Το φάτνωμα στο οποίο φιλοξενείται φέρει πλαισίωση από επίπεδο κορνίζωμα πλάτους επτά εκατοστών, χρωματισμένο σήμερα στο κόκκινο του κεραμιδιού.

 

 

 

Άνω: Φωτογραφία με την Επιγραφή ως έχει στη φυσική της μορφή και κάτω, φωτογραφία της Επιγραφής με την όψη που εμφάνισε όταν τα λιθανάγλυφα στοιχεία της επιμελανώθηκαν προσωρινά, προκειμένου να καταστούν κατά την εξέτασή τους ευκρινή και ευανάγνωστα. Η χάραξη της Επιγραφής φανερώνει ανώνυμο, αναλφάβητο λαϊκό λιθοξόο ανειδίκευτο σε τέτοιου είδους εργασίες. Το υλικό πάνω στο οποίο σμιλεύτηκε η Επιγραφή (ένα μικρών σχετικά διαστάσεων θραύσμα υπόλευκου μαρμάρου που κατά την επεξεργασία του προκειμένου να χαραχτεί πάνω του η επιγραφή έλαβε ορθογώνια μορφή) αλιεύτηκε κατά πάσα πιθανότητα από αρχαίο μνημείο της περιοχής ή αποτελεί πλεονάζον απομεινάρι από όσα αρχαία σπαράγματα έχουν ενδεχομένως ενσωματωθεί στις εξωτερικές προσόψεις του Εξωκκλησίου.    

 

 

Η Επιγραφή δε βρίσκεται τοποθετημένη (όπως συνηθιζόταν) στον κάθετο νοητό άξονα που διατρέχει το μέσον του ανοίγματος της δυτικής εισόδου αλλά προς τα αριστερά. Το κυμάτιο στο οποίο καταλήγει κάθε παραστάδα (όπως δείξαμε σε προηγούμενη ανάρτηση της παρούσης σειράς) παρέχει τη βεβαιότητα πως η θέση και οι διαστάσεις της δυτικής εισόδου δεν έχουν διόλου μεταβληθεί από την εποχή της ανεγέρσεως του Ναού. Κατ’ επέκταση, μπορούμε με την ίδια βεβαιότητα να ισχυριστούμε πως και η Κτητορική Επιγραφή βρίσκεται εξ’ ίσου στην αρχική της θέση. Η απελευθέρωση της προσόψεως του Ναού από τις επικαλύψεις που φέρει, ίσως δώσει απάντηση στην απορία που μας διακατέχει αναφορικά με την επιλογή της τοποθετήσεως της Επιγραφής στα αριστερά του υπερθύρου της δυτικής πύλης και όχι στο μέσον.

Η Κτητορική Επιγραφή έχει σμιλευθεί σε επιφάνεια υπόλευκου μαρμάρου, η εικόνα του οποίου μας δίδει την αίσθηση, όπως αναφέραμε πιο πάνω, πως αλιεύθηκε από τον ερειπιώνα μνημείου της Αρχαιότητος. Η φόρμα του μαρμάρου τείνει προς το τετράγωνο σχήμα, με περίγραμμα ακαθόριστο και αγεωμέτρητο. Το μάρμαρο στερεώνεται στο φάτνωμα στο οποίο φιλοξενείται χάρη σε επίχρισμα που εισχωρεί στην επιφάνειά του και καλύπτει τμήμα του περιγράμματός του. Το επίχρισμα αυτό φέρει αλλεπάλληλες επαναλαμβανόμενες από καιρού εις καιρόν επιστρώσεις ασβέστη, στην προσπάθεια να διατηρηθεί πάντοτε λευκό.

 

 

 

Κατά τις εργασίες τυχόν αναστηλώσεως και αισθητικής αποκαταστάσεως του Εξωκκλησίου, η απόσπαση της Επιγραφής από το φάτνωμα στο οποίο βρίσκεται πακτωμένη και η προσωρινή απομάκρυνσή της από την επιφάνεια της δυτικής προσόψεως, θα επιτρέψει τη λεπτομερή εξέταση του μαρμάρου και ακόμη πιο σημαντικό, θα επιτρέψει την εξέταση της όπισθεν επιφάνειάς του. Ίσως τότε γίνει γνωστό από ποιό συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό μέλος αρχαίου οικοδομήματος έχει προέλθει.

Η σύγκριση των πέντε Κτητορικών Επιγραφών που σώζονται ενσωματωμένες στους τέσσερις παλαιότερους Ναούς της πόλεώς μας η ανέγερση των οποίων υπήρξε περίπου σύγχρονος εκείνης του Αγίου Νικολάου του Νέου, μας επιτρέπει να εμβαθύνουμε στα γνωρίσματα της Επιγραφής του Εξωκκλησίου στο Βουλωμένο. Οι πέντε Επιγραφές που συνέβη να επιζήσουν από αλλεπάλληλες καταστροφές και σήμερα βρίσκονται εντοιχισμένες στις εξωτερικές όψεις των τεσσάρων κτηρίων είτε στην αρχική τους θέση είτε σε θέσεις που επιλέχθηκαν μετά την τυχαία ή μη επανεύρεσή τους, φανερώνουν πως αποτελούν δημιουργήματα εξειδικευμένων πετράδων της εποχής, που εκτός των άλλων οικοδομικών ή καλλιτεχνικών ενασχολήσεών τους καταπιάνονταν και με την σμίλευση επιγραφών, διαθέτοντας τη σχετική εξειδίκευση. Αναφερόμαστε κατ’ αρχήν στις δύο Κτητορικές Επιγραφές του Ναού των Ταξιαρχών που βρίσκονται ενσωματωμένες στη δυτική πρόσοψη της εκκλησίας εκατέρωθεν της εισόδου, με χρονολόγηση στα 1718 (εκείνη στα δεξιά) και στα 1846 (εκείνη στα αριστερά). Αναφερόμαστε επιπλέον, στην Κτητορική Επιγραφή του Ναού της Αγίας Τριάδος στο κέντρο της Αγοράς που φέρει τη χρονολογία 1824 και τοποθετήθηκε στη βορειοανατολική εξωτερική όψη κατά τη δεκαετία του 1990, αμέσως μετά την τυχαία ανεύρεσή της κατά τις εργασίες ολοκληρώσεως του αρχιτεκτονήματος με την προσθήκη της κόγχης της Αγίας Προθέσεως. Η Κτητορική ωσαύτως Επιγραφή του Παρεκκλησίου του Αγίου Παντελεήμονος που φέρει χρονολογία 1770 με Κτήτορες την οικογένεια της εποχής Δημάκη που σήμερα έχει εκλείψει, βρίσκεται στην αρχική της θέση πάνω από τη δυτική θύρα. Η πέμπτη, τέλος, Κτητορική Επιγραφή ανήκει στο Εξωκκλήσιο των Αγίων Αποστόλων επί της οδού Ομαγυρίου Διός που οδηγεί στα γειτονικά Σταφιδάλωνα. Φέρει ως χρονολόγηση το έτος 1833 και βρίσκεται κι αυτή στην αρχική της θέση, πάνω από το υπέρθυρο της νότιας εισόδου της εκκλησίας.

 

 

Αντίθετα με τις ως άνω πέντε επιγραφές (τη σμίλευση των οποίων θα χαρακτηρίζαμε λογία και έντεχνη) η χάραξη της Επιγραφής του Εξωκκλησίου του Αγίου Νικολάου του Νέου στο Βουλωμένο φανερώνει πως η δημιουργία της δεν προήλθε από το καλέμι ειδικευμένου στην εργασία αυτή πελεκάνου αλλά από το χέρι ανωνύμου τινός, λαϊκού μαστόρου. Η εικασία, πως κάποιος από τους αυτοδίδακτους πετράδες που συμμετείχαν στην οικοδόμηση του Ναού περισυνέλεξε μετά την ολοκλήρωση τής ανεγέρσεως ένα από τα μαρμάρινα θραύσματα αρχαίων δόμων που παρέμενε τριγύρω αχρησιμοποίητο και στην επιφάνειά του αυτοσχεδίασε το κείμενο που του υπέδειξε ο Κτήτορας ή κάποιο άλλο πρόσωπο για λογαριασμό εκείνου, φαντάζει η πλέον πιθανή.

Αίγιον, Ιούνιος 2019

Σπυρίδων Κρητικός, Ζωγράφος

Read 336 times
Top