Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε …». Παραλειπόμενα στη σπουδαία Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που φυλάσσεται σε Ναό ημιορεινού χωριού της Ιεράς Μητροπόλεώς μας

Η προσέγγιση που από το Δεκαπενταύγουστο επιχειρούμε στην Εικόνα της Κοιμήσεως που φυλάσσεται σε ημιορεινό χωριό

της Επαρχίας μας, θα επιθυμούσαμε να ολοκληρωθεί με την επικέντρωσή μας στη Μορφή του Αγίου Απόστολου Βαρθολομαίου που φιγουράρει στη δεξιά ομάδα των Μαθητών του Κυρίου επάνω, τελευταίος. Είναι ο μόνος από το σύνολο των προσώπων που ατενίζει το θεατή - προσκυνητή της Εικόνας κατ’ ευθείαν στα μάτια.

Όσο πιο πολύ παρατηρούμε και αναλύουμε το έργο τόσο πιο πολύ αυτό μας εκπλήσσει, τόσο πιο πολύ εκτιμούμε το ταλέντο, τις θεολογικές και ιστορικοζωγραφικές γνώσεις του δημιουργού του. Η Εικόνα μάς αποκαλύπτει πως ο Αγιογράφος έζησε και δημιούργησε σε περιβάλλον (άραγε, στο Χάνδακα της Κρήτης προ της Αλώσεώς του;) το οποίο είχε επικοινωνία με τα καλλιτεχνικά κέντρα της Δύσης της εποχής (τη Βενετία για παράδειγμα ή τη Ρώμη). Χάρη στην Εικόνα καθίσταται προφανές πως ο καλλιτέχνης γνώριζε τις σύγχρονες παραδόσεις της Δυτικής Τέχνης του καιρού του, μία εκ των οποίων (ιδιαίτερα σημαντική) υιοθέτησε με θάρρος και αυτογνωσία στο δημιούργημά του. Πρόκειται για την αυτοπροσωπογραφία του, τα χαρακτηριστικά της οποίας δάνεισε στο πρόσωπο του Βαρθολομαίου, ο οποίος, όπως είχαμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο της σειράς, είναι ο μόνος εκ των Αποστόλων που κοιτάζει τον πιστό κατ’ ευθείαν στα μάτια. Όταν η Αναγεννησιακή Ζωγραφική άγγιξε τον κολοφώνα της κατά την κλασική της περίοδο - που είναι ταυτόσημη με την εκκοσμίκευσή της - οι ζωγράφοι απαλλαγμένοι από τους αυστηρούς κανόνες της Μεσαιωνικής Θρησκευτικής Τέχνης εισήγαγαν το νεωτερισμό (που σύντομα έγινε παράδοση) να ζωγραφίζουν την αυτοπροσωπογραφία τους ανάμεσα στις Ιερές Μορφές που απαρτίζουν τη σύνθεση ενός πίνακα με θέμα θρησκευτικό, μη διστάζοντας μάλιστα να αποδώσουν τα χαρακτηριστικά τού δικού τους προσώπου σε κάποιον από τους Αγίους που ζωγράφιζαν. Σύμφωνα με τους κανόνες της παραδόσεως αυτής, κάθε ζωγράφος φρόντιζε ώστε το πρόσωπό του στο έργο να είναι το μόνο που κοιτά στα μάτια τον θεατή.

 

 

 

 

 

Την παράδοση αυτή ακολούθησε και ο μεγαλύτερος ίσως ζωγράφος της Οικουμένης και όλων των Εποχών, ο Έλληνας Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (Χάνδακας Κρήτης 1541 – Τολέδο Ισπανίας 1614) ο οποίος μυήθηκε στη Δυτική Τέχνη όταν επί δέκα χρόνια (πριν εγκατασταθεί στο Τολέδο) έζησε και μαθήτευσε πρώτα στη Βενετία και στη συνέχεια στη Ρώμη. Χάριν της επαληθεύσεως των λόγων μας αλλά και για να καταστεί σε όλους ευκολότερα κατανοητή η Εικόνα που απετέλεσε το αντικείμενο των παρόντων άρθρων μας, θα φέρουμε δύο παραδείγματα πινάκων του κορυφαίου καλλιτέχνη από τα πολλά που περιέχουν αυτοπροσωπογραφίες του και που έχουν θέμα θρησκευτικό. Ο πρώτος είναι η Ταφή του Κόμητα Οργκάθ, το μεγαλύτερων διαστάσεων και σημαντικότερο ίσως έργο του ζωγράφου φιλοτεχνημένο στα 1588 στο οποίο ο ζωγράφος απεικονίζει τον εαυτό του στην ηλικία λίγο πριν τα πενήντα του χρόνια ανάμεσα στους ευγενείς ιδαλγούς του Τολέδου και ο δεύτερος, είναι αυτό τούτο το τελευταίο έργο της ζωής του, η Πεντηκοστή, στο οποίο απαθανατίζει τον εαυτό του ως γέροντα ασπρομάλλη.

Για να επανέλθουμε στην Εικόνα μας, αξίζει να επισημάνουμε πως σύμφωνα πάντα με τη Δυτική Παράδοση της Ζωγραφικής που ο Αγιογράφος φαίνεται πως γνώριζε καλά, στην προσπάθειά του να καταστήσει σαφή την ετερότητα της δικής του παρουσίας ανάμεσα σε πρόσωπα Ιερά κι Αγιασμένα όπως των Αποστόλων και των Ιεραρχών (την απόσταση δηλαδή που χώριζε τη θνητότητά του από την αγιοσύνη των υπολοίπων παρισταμένων Μορφών) θα όφειλε να ταυτίσει τα χαρακτηριστικά τού προσώπου του με εκείνα, ενός εκ των δύο τελευταίων κατά χρονολογική διαδοχή Μαθητών του Κυρίου είτε με του Θαδδαίου είτε με του Ματθία (ο οποίος αντικατέστησε τον Ιούδα τον Ισκαριώτη μετά την προδοσία). Επειδή όμως οι δύο Απόστολοι εικονογραφούνται ως γέροντες, ο Αγιογράφος (που την εποχή που φιλοτεχνούσε την Εικόνα είναι σίγουρο πως βρισκόταν στη μέση ηλικία) επέλεξε να αποδώσει τα ατομικά του προσωπογραφικά χαρακτηριστικά που ήταν νεανικά στο πρόσωπο ενός νέου στην ηλικία Αποστόλου, φανερώνοντάς μας με τον τρόπο αυτό την ηλικία του.

Την έμμεση δήλωση της ελαχιστότητάς του και της αποστάσεως που τον χώριζε από τις Αγιασμένες Μορφές δίπλα στις οποίες ενέγραψε τον εαυτό του, εφόσον δεν ήταν δυνατό να την εκφράσει δια των προσώπων του Θαδδαίου ή του Ματθία, την εξέφρασε με τη θέση στην οποία τοποθέτησε τη φιγούρα του Βαρθολομαίου στη σύνθεση (με άλλα λόγια τον ίδιο του τον εαυτό) που είναι η πλέον απομεμακρυσμένη τόσο από τη Μορφή του Χριστού όσο και από το Ιερό Σκήνωμα της Παναγίας. Στη Θεολογία της Ορθοδόξου Εικόνος οι Ιερές Μορφές καταλαμβάνουν θέση στο ζωγραφικό χώρο εκάστης Παραστάσεως με απόλυτη και κατά διαδοχή ιεράρχηση, με επίκεντρο πάντοτε τον Κύριο, τη Θεοτόκο Μητέρα του, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και ούτω καθεξής. Στην Εικόνα της Κοιμήσεως η Μορφή του Βαρθολομαίου (με άλλα λόγια η μορφή του Αγιογράφου) είναι η πλέον απομεμακρυσμένη από την πνευματική καρδιά της Παραστάσεως, που είναι ο Χριστός και η Παναγία. Για να καταστήσει μάλιστα περαιτέρω σαφείς τις προθέσεις του, τοποθέτησε το Βαρθολομαίο (δηλαδή τον εαυτό του) όχι μόνο τελευταίο στη δεξιά ομάδα των Μαθητών αλλά και πιο ψηλά από όλους, άρα και πιο μακριά.

Ένα τελευταίο στοιχείο που αφορά στη φροντίδα του Αγιογράφου να δηλώσει με έμμεσο, ζωγραφικό τρόπο την ετερότητα της δικής του παρουσίας στο Ιερό περιβάλλον της Παραστάσεως της Κοιμήσεως, αποτελεί η τοποθέτηση του προσώπου του ακριβώς μπροστά από το μαύρο κάδρο που δημιουργεί η ανοιγμένη θύρα του κτηρίου στο βάθος. Πρόκειται για έναν ακόμη δυνατό συμβολισμό που προσκομίζει ο Αγιογράφος προκειμένου να μην αφήσει στο θεατή καμία αμφιβολία πως η συγκεκριμένη εικονιζόμενη μορφή, είναι η δική του. Και αυτόν το συμβολισμό αντλεί επίσης από τη Δυτική Τέχνη. Όταν οι ζωγράφοι της Αναγεννήσεως ήθελαν να καταστήσουν στους πίνακές τους την παρουσία κάποιου από τα απεικονιζόμενα πρόσωπα ξεχωριστή και απολύτως διακριτή, τοποθετούσαν τη μορφή αυτή σε θέση επιλεγμένη μπροστά από μία θύρα, με τρόπο ώστε το καφασωτό, το κορνίζωμα της θύρας να την εγγράφει και να την προβάλλει. Ακολουθώντας την παράδοση αυτή και παραλλάσσοντάς την πηγαίνοντάς την ένα βήμα παρακάτω, ο Αγιογράφος τοποθέτησε το πρόσωπό του μπροστά από το ορθογώνιο άνοιγμα που δημιουργεί η θύρα του κτηρίου στο βάθος, φροντίζοντας ωστόσο το πλαίσιό της να είναι ολόμαυρο, ως μία επιπλέον υπενθύμιση της θνητότητάς του απέναντι και δίπλα από τόσες Αθάνατες, Αγιασμένες και Πάνσεπτες Ιερές Μορφές με Τις οποίες ενοικεί στην Εικόνα.            

Αίγιον, Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Ημέρα της Ενθρονίσεως του νέου μας Μητροπολίτου κ. Ιερωνύμου

Σπυρίδων Κρητικός, Ζωγράφος

Read 286 times
Top