ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (29/11/2020)

Ένας άρχοντας πλούσιος πλησιάζει τον Κύριο και Τον ερωτά για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να μετέχει στην αιωνιότητα. Και ο Ιησούς έχοντας ενώπιόν Του έναν Ιουδαίο τον παραπέμπει στον Ιουδαϊκό Νόμο τον οποίο δεν ήρθε για να καταργήσει αλλά να τον «πληρώσει» και να του δώσει  καινούργια ώθηση και αξία. Συγκεκριμένα τον διδάσκει να τηρεί τις γνωστές εντολές «Μη Μοιχεύσῃς, Μὴ φονεύσῃς, Μὴ κλέψῃς, Μὴ Ψευδομαρτυρήσῃς, Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου».

Η απάντηση όμως του Ιησού αφήνει ανικανοποίητο τον Ιουδαίο που υποστηρίζει ότι είναι γνώστης και τηρητής των εντολών του νόμου και μάλιστα από νεαρής ηλικίας. Ο Ιησούς, αμέσως μετά από αυτή την έκφραση αυτάρκειας εκ μέρους του άριστου Ιουδαίου, δράττεται της ευκαιρίας ώστε να υπερβεί τον νόμο. Αφού ακούει το συνομιλητή του να εκφράζει αυτή τη σιγουριά και την αυτάρκεια για τον τρόπο που ζούσε, του υποδεικνύει αυτό που του υπολείπεται για να σωθεί και το οποίο δεν το διδάσκει ο νόμος.

Ο Ιουδαίος είναι αρκετά πλούσιος, γι’ αυτό και ο Ιησούς τον προσκαλεί να μοιράσει τα πλούτη του στους φτωχούς ώστε να γίνει πραγματικός ακόλουθός Του. Δηλαδή, ως τρόπο σωτηρίας του προτείνει την υπέρβαση του εαυτού του. Κάτι το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολο. Μετά από αυτήν τη συνομιλία ο Ιουδαίος λυπήθηκε σφόδρα, μην μπορώντας να άρει το Σταυρό που του πρότεινε ο Ιησούς. Και είναι κυριολεκτικά Σταυρός, γιατί υπερέβαινε τον τρόπο ζωής του.

Μολονότι την προηγούμενη Κυριακή ο Κύριος αναφέρθηκε και πάλι στο ίδιο θέμα με την παραβολή του άφρονος πλουσίου, με το περιστατικό αυτό αποδεικνύεται ότι ο Χριστός ιδιαιτέρως εμμένει στο φαινόμενο του πλουτισμού ως παράγοντα αρνητικού, και μάλιστα ως του δυσκολότερου εμποδίου για την είσοδο του ανθρώπου στην αιώνια ζωή.

Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με την τάση του σύγχρονου πολιτισμού που θεωρεί την πλεονεξία και την ικανότητα κέρδους ως προσόν και αρετή. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι εάν ο νέος τήρησε τις αρετές και τις εντολές που του απαριθμεί ο Κύριος. Διότι κάποιος δύναται να τηρεί και να ακολουθεί μία ευαγγελική οδό, χωρίς όμως να έχει βαθύτερη επίγνωση. Διότι το νόημα των εντολών δεν είναι να είμαστε ή να γίνουμε ενάρετοι και καλοί χριστιανοί και να δοξάζουμε για το κατόρθωμά μας αυτό τον εαυτό μας. Αλλά σκοπός των εντολών είναι να συνδεθούμε με το Χριστό, να γίνει θησαυρός μας ο Χριστός, να γίνει πηγή της ζωής μας ο Χριστός. Να είναι η επένδυση και η αφοσίωσή μας ο Χριστός.

Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Ως προς τι πλουτίζει ο άνθρωπος; Ποιος είναι ο πλουτισμός του; Ξέρετε, ασφαλώς τα υλικά αγαθά δεν είναι αυτά καθαυτά κακά, ούτε βεβαίως ο πλούτος. Όταν όμως αυτά υποκαθιστούν την αναζήτηση του ανθρώπου για την όντως Ζωή, με την πεποίθηση εκ μέρους του ότι αυτά είναι ζωή, τότε υπάρχει μεγάλο πρόβλημα. Διότι αυτή η αντίληψη του ανθρώπου δείχνει κατά βάθος την απιστία μας, ότι στηρίζουμε τα πάντα στις δυνάμεις μας, ότι αγωνιούμε να ασφαλιστούμε στα πράγματα και αγνοούμε αυτό που πραγματικά είναι η χαρά μας, δηλαδή η κοινωνία και η σχέση μας με το Πρόσωπο.

Ποιο είναι λοιπόν το σημείο αναφοράς αυτού του νέου που πλησίασε τον Χριστό; Είναι άραγε η σχέση του με το Θεό και με τους συνανθρώπους του ή μήπως η ικανότητά του να οχυρώνεται πίσω από τα υλικά πράγματα και με αυτό τον τρόπο να αισθάνεται παντοδύναμος; Αλλά πίσω από αυτό τίθεται και ένα άλλο ερώτημα. Είναι ορθό να επενδύουμε στην προσωρινότητά μας, να επενδύουμε στη φθορά μας; Η προσωρινότητα δεν είναι κακή, αλλά όταν αποσυνδεθεί από τη σχέση με το πρόσωπο, όταν αποσυνδεθεί από την εμπειρία της αιωνίου ζωής, είναι απλώς ένα τεράστιο εμπόδιο που δεν μας αφήνει να συναισθανθούμε και να βιώσουμε τη ζωή, να αποκτήσουμε εμπειρία ζωής.

Όπως λοιπόν ο γιατρός προσπαθεί να θεραπεύσει τον ασθενή από τα συμπτώματα προκειμένου να εισέλθει στη ρίζα του προβλήματος της ασθένειας, με τον ίδιο τρόπο ο Κύριος, μέσα από την πρόταση που έκανε στον πλούσιο νέο «πώλησε τα υπάρχοντά σου και έλα να με ακολουθήσεις», ήθελε να αναδείξει το πρόβλημά του: Ότι ουσιαστικά Θεός του, κέντρο της ζωής του, λόγος και σκοπός της υπάρξεώς του δεν είναι ο αληθινός Θεός αλλά τα πλούτη του. Ήταν τα υλικά πράγματα και τα αντικείμενα και όχι το πρόσωπο, όχι ο Χριστός. Περιεχόμενό του και αναζήτησή του δεν ήταν η αλήθεια, αλλά ήταν η φθορά. Κι αυτό, όσο ο άνθρωπος δεν έχει τη ζωή, όσο δεν βιώνει την όντως Ζωή, όσο η Ζωή δεν αποκαλύπτεται στην ζωή του, τόσο περισσότερο ανασφαλής νιώθει. Και για να εξέλθει από αυτή την ανασφάλεια θέλει από κάπου να πιαστεί, από κάπου να στηριχθεί για να βρει την ελπίδα που θα νικήσει το θάνατο. Για κάποιον στήριγμα είναι το χρήμα και η περιουσία, για κάποιον άλλο η ναρκισσιστική σχέση, για άλλον η φιληδονία, για άλλον η δόξα. Ο καθένας μας πάντως ψάχνει να πλουτίσει στον εαυτό του, στην φαντασία του και όχι στο αληθινό πρόσωπο, τον Χριστό.

Στην πνευματική ζωή όμως υπάρχει μία ανατροπή, την οποία δεν μπορεί να κατανοήσει ο άνθρωπος του κόσμου, όσο μορφωμένος κι αν είναι. Ποια είναι αυτή η ανατροπή; Ότι ο πλουτισμός ο δικός μας είναι η φτώχεια μας. Μπορεί άραγε να το καταλάβει αυτό ο κόσμος σήμερα; Σίγουρα θα μας περάσει για ανόητους, για τρελούς, αν βγούμε να κηρύξουμε αυτή την πρόκληση του Χριστού προς τον νέο πλούσιο. Αλλά εμείς με ένα μυστικό τρόπο καταλαβαίνουμε ότι ο θησαυρός και ο πλούτος μας είναι η φτώχεια μας, δηλαδή η εκούσια συνείδηση ότι χωρίς τον άλλον δεν είμαστε τίποτε. Χαρά μας είναι να αδειάζουμε την καρδιά μας για να υπάρχει χώρος και κατάλυμα για τον Χριστό. Η πορεία μας, η δόξα μας, ο πλουτισμός μας είναι το άδειασμα για να αφήσουμε χώρο στο Χριστό και σε κάθε Χριστό που είναι ο πλησίον, ο κάθε αδελφός μας.

Αυτή λοιπόν η πορεία, αυτή η άσκηση να απογυμνωθούμε από τις φαντασιώσεις μας, από τη δύναμή μας, από τους λογισμούς μας, από τις επιθυμίες μας, από τα όνειρα που έχουμε για τη ζωή μας, που μπορούν να πάρουν οποιαδήποτε μορφή, και να κενώσουμε τον εαυτό μας, να αδειάσουμε, να απογυμνωθούμε μέσα μας, είναι η πεμπτουσία της πνευματικής ζωής και του αγώνα μας, μέσα στην οικογένεια, στη μοναχική ζωή, μέσα στην κοινωνία. Και βέβαια αυτό δεν είναι δύσκολο, αφού εσωτερικά είμαστε γυμνοί ούτως ή άλλως. Να παραδεχθούμε δηλαδή την πραγματικότητά μας, ότι είμαστε γυμνοί μπροστά στο μυστήριο της ζωής, ότι είμαστε γυμνοί μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Και τότε να αφεθούμε στον Χριστό, ο οποίος θα έλθει να μας πλουτίσει.

Όποιος δεν μπαίνει σ’ αυτή την πορεία δεν μπορεί να αντιληφθεί την ουσία της πνευματικής ζωής, που είναι η κένωσή μας, η πτωχεία μας. Και η πτωχεία μας είναι ο πλουτισμός μας. Όταν αντιληφθούμε ότι αγώνας μας είναι να αδειάσουμε, να αφήσουμε χώρο στον άλλον, τότε παύουμε να γνωρίζουμε τι σημαίνει σύγκρουση, τι σημαίνει έχθρα. Βγάζουμε από το λεξιλόγιο και την βιωτή μας τις έννοιες της ανασφάλειας και του άγχους. Γίνονται πολύ μικρές και ασήμαντες για τη ζωή μας οι έννοιες «άγχος», «ανασφάλεια», «αγωνία». Τις ξεπερνάμε. Τις ξεπερνά το αίτημά μας, ο εσωτερικός μας πόθος για την όντως Ζωή, για τον αληθινό πλουτισμό. Αυτή λοιπόν είναι η ελευθερία του χριστιανού: Και τα δικά του αγαθά να τα δίνει στον άλλον. Η σκλαβιά του κόσμου είναι: Και το άλλο να γίνει δικό μου. Η κατάρα του σημερινού κόσμου, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος είναι «το δικό μου και το δικό σου». Και γιατί το επιθυμούμε αυτό; Διότι για μας επένδυση ζωής είναι τα υλικά αγαθά. Όμως η επένδυση αυτή είναι θάνατος. Επένδυσή μας είναι ο Χριστός. Και μέσα από τον Χριστό καταλαβαίνουμε ότι επένδυσή μας είναι το πρόσωπο του κάθε ανθρώπου και η ικανότητα να σχετιζόμαστε μαζί του. Ποιος είναι λοιπόν ικανός να σχετίζεται; Ο κενός άνθρωπος, ο φτωχός άνθρωπος. Γι’ αυτό επιμένουμε: Ο πλούτος μας είναι η φτώχεια μας.

Read 174 times
Top