ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ  Γ΄ΛΟΥΚΑ  

«Νεανίσκε, σοι λέγω, ἐγέρθητι»

 

Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή περιγράφεται η ανάσταση του γιου μιας χήρας από την πόλη της Ναΐν. Φεύγοντας,  ο Ιησούς Χριστός από την πόλη της Καπερναούμ, όπου είχε θεραπεύσει το δούλο του εκατόνταρχου, έρχεται στην πόλη της Ναΐν μαζί με αρκετούς μαθητές του και πολύ κόσμο που τον ακολουθούσε. Καθώς πλησίαζαν στην είσοδο της πόλης συνάντησαν μια νεκρική πομπή που μετέφερε ένα νεαρό νεκρό.

Μπροστά στο δράμα αυτής της πονεμένης γυναίκας, που μετά τον άνδρα της ήρθε η δύσκολη και σκληρή ώρα να θάψει και τον μονάκριβο γιο της σε νεαρή κιόλας ηλικία, ο Χριστός τη σπλαχνίστηκε και της είπε «μην κλαις». Τα λόγια αυτά του Κυρίου μας δεν ήταν σαν τα λόγια τα παρηγορητικά που λέγανε οι συγγενείς και οι φίλοι, αλλά ήταν λόγια τα οποία έκρυβαν ελπίδα, ήταν λόγια αληθινά, πατρικά που άγγιζαν την καρδιά της πικραμένης μάνας, ήταν το βάλσαμο της.

Ο Κύριός λοιπόν πλησίασε τη σωρό και είπε «Νεανίσκε, σοι λέγω, ἐγέρθητι» δηλαδή «νεαρέ, σε σένα μιλάω, σήκω» και ο μέχρι την ώρα εκείνη νεκρός ανεκάθισε και άρχισε να μιλάει και ο Χριστός τον έδωσε στη μητέρα του, και από εκείνη τη στιγμή, τα πικρά δάκρυα του πόνου και της στεναχώριας έγιναν δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης.

Το θαύμα της ανάστασης του νεκρού παιδιού από τον Χριστό αποκαλύπτει τον αλήθεια γιὰ τὴν ζωή καὶ τον θάνατο. Ο Χριστὸς είναι ὁ Κύριος της ζωής και τοῦ θανάτου. Η παρουσία Του γεμίζει τα πάντα και διαλύει τον φόβο του θανάτου.

Το μυστήριο του θανάτου, είναι φοβερό και συγκλονιστικό γεγονός. «Όντως φοβερότατον το του θανάτου μυστήριον», ψάλουμε στην Νεκρώσιμη Ακολουθία. Ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα είναι μια συγκλονιστική στιγμή, αλλά και μια συνταρακτική εμπειρία για τους ανθρώπους που αποχωρίζονται το αγαπημένο τους πρόσωπο είτε αυτό είναι από το οικογενειακό, είτε από το φιλικό περιβάλλον, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τον φοβούνται, καθώς με τον ερχομό του βυθίζονται στη θλίψη και στο πένθος. Ο θάνατος είναι αυτός ο οποίος ανατρέπει τα σχέδιά μας και αλλάζει τη ζωή μας.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέει χαρακτηριστικά: «Ου γαρ θάνατος αμαρτίας έτεκεν, αλλά αμαρτία θάνατον ημίν εγέννησε· θάνατος δε αμαρτίας γέγονε φάρμακον», δηλαδή ότι δεν χρειάζεται να φοβόμαστε και να τρέμουμε το θάνατο, αλλά τήν αμαρτία η οποία δημιούργησε το θάνατο αφού ο θάνατος έγινε το φάρμακο κατά της αμαρτίας.

Το να μη λυπούνται οι άνθρωποι στο θάνατο είναι αφύσικο, ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός δάκρυσε για τον νεκρό Λάζαρο, δάκρυσε για τον θάνατο σαν ένα φοβερό γεγονός, και μια τραγική κατάσταση, που με την αμαρτία των πρωτοπλάστων μπήκε στη ζωή του ανθρώπων, όμως το να χάνονται, οι πιστοί και να καταποντίζονται στη θάλασσα της θλίψης και της απελπισίας, όχι μόνο δεν ταιριάζει, αλλά είναι άρνηση της πίστεως.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας συμβουλεύει για το θέμα αυτό λέγοντας τα εξής «Όταν, λέει πεθαίνει ο άνθρωπος σου, δάκρυσε και πόνεσε, αλλά μην πέσεις σε απόγνωση και σε απελπισία, και προπαντός μην αγανακτήσεις με τον Θεό. Αλλιώς και εκείνον που απέθανε βρίζεις και τον Θεό εξοργίζεις και τον εαυτό σου βλάπτεις.» Για όσους δεν πιστεύουν και δεν έχουν ελπίδα και προσδοκία αναπαύσεως το μυστήριο και ο πόνος του θανάτου είναι η μεγάλη τραγωδία στη ζωή τους.

Είναι όντως φοβερό το μυστήριο του θανάτου, αλλά για τον άνθρωπο ο οποίος έχει πραγματικά σωστή σκέψη και κατευθύνεται από την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, αντιμετωπίζει τον θάνατο με διαφορετικό τρόπο. Ο δίκαιος, δηλαδή, που βαδίζει στο δρόμο του Θεού και καθημερινά περιμένει να μπει στη βασιλεία Του, δεν ταράζεται, δεν αναστατώνεται, δεν στενοχωριέται όταν έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, αλλά επειδή πραγματικά πιστεύει στην αιωνιότητα γίνεται γι’ αυτόν όπως μας λέει ο Κύριός μας μια ευχάριστη μετάβαση «από του θανάτου εις την ζωή», και αυτό συμβαίνει επειδή από τότε που ο Χριστός με τον δικό του θάνατο νίκησε τον Άδη, ο θάνατος έγινε πέρασμα, ένα πέρασμα από τον μάταιο και ψεύτικο αυτό κόσμο που ζούμε στον άλλο κόσμο, στην αληθινή και αιώνια ζωή.

Κάθε άνθρωπος έχει στο μυαλό του το θάνατο και είναι γεγονός πως οι περισσότεροι από εμάς τον φοβόμαστε. Όμως ο χριστιανός ο οποίος αγωνίζεται και ελπίζει στο έλεος του Θεού, δεν φοβάται το θάνατο, αλλ’ αντιθέτως τον νικά και τον νικά με ένα και μοναδικό τρόπο, θανατώνοντας καθημερινά τα δικά του πάθη και τις δικές του αμαρτωλές επιθυμίες, στοιχεία τα οποία δημιουργούν καθημερινά τον πνευματικό του θάνατο, τον απομακρύνουν ουσιαστικά από την Ζωή, δηλαδή τον ίδιο τον Θεό.

Αίτιος του θανάτου όμως δεν είναι ο Θεός, διότι εκείνος είναι Θεός αγάπης, συγχωρήσεως και συγκαταβάσεως. Αίτιος του θανάτου είναι ο άνθρωπος δια μέσω του οποίου εισήλθε ο θάνατος στον κόσμο, δηλαδή μέσω του παραπτώματός του και αυτός στην ουσία εχθρεύεται την αγάπη του Θεού. Επέτρεψε ο Θεός τον θάνατο όπως μας λέει χαρακτηριστικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για έναν και μοναδικό λόγο «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται», για να μη γίνει δηλαδή το κακό αθάνατο και μας καλεί  η Εκκλησία να κάνουμε τον δικό μας αγώνα, έναν αγώνα κατά του κακού εαυτού μας, ξεκινώντας από σήμερα κιόλας μια νέα πορεία προς τη θέωση, προς την ένωση μας με τον Θεό, προσδοκώντας συγχρόνως ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

 

Του Αρχιμανδρίτου π. Ιερόθεου Παπαθανασίου

Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Παμμεγίστων Ταξιαρχών

Read 43 times Last modified on Friday, 08 October 2021 19:50
Top